ποιήσεις

Μαίρη Αλεξοπούλου

Η Φωτό Μου
Όνομα:

17.4.07

Η μανία με την Άνοιξη (που χάθηκε)

Είχε καιρό να μου συμβεί. Να διαβάσω κάτι με τόση δίψα, που μετά να θέλω να αλλάξω τη ζωή μου. Να θέλω να ψάξω βαθύτερα την ουσία εκείνου που είμαι και τον σκοπό για τον οποίο υπάρχω. Μου συνέβει με την «Άνοιξη» του Μαραγκόπουλου και την «Άνοιξη» του Τσίρκα. Το ένα βιβλίο με παρέπεμψε στο άλλο. Ζωντανά, σπινθιροβόλα, αναρχικά, σκεπτόμενα, ερωτικά, ραγδαία.

Είμαι ακόμα ζαλισμένη από το μεθύσι τους.

12.4.07

αγονία

Η ποίηση πάντα με οδηγεί. Το «Ερώμαι» τρόμαξε εκείνους που νόμιζαν ότι με ξέρουν. Η «αγονία» να δούμε πού θα με οδηγήσει. Και πού θα οδηγηθούν κι εκείνοι που ίσως να την διαλέξουν.

Σσσσ...

Σιωπή. Και ησυχία. Και δημιουργία. Οι δρόμοι με κατακλύζουν. Τους χαράσσω με τα περήφανα ποδάρια μου. Γράφω και τραγουδώ. Και ερωτεύομαι. Και σσσσσσ... μην μας ματιάσουν, μάτια μου.

Πεζοδρόμια τσιμεντένια και τσάγια πράσινα. Λέξεις στο χαρτί. Έτοιμα τα ποιήματά μου, έπειτα από τόσον χαμένο, σπαταλημένο, ανόητα χαρισμένο καιρό. Χαστούκια ζωής που ροδίζουν όμορφα, τόσο τόσο όμορφα τα μάγουλά μου.

11.4.07

Καινούρια ζωή

τελεία και παύλα!

13.3.07

Άνοιξη

Η άνοιξη σημαίνει έρωτας. Και ταξίδι και αναζήτηση και ερωτήσεις. Η άνοιξη σημαίνει ξύπνημα. Είναι πια καινούρια τα μάτια μου (κυριολεκτικά). Βλέπουν με νέες ικανότητες τα όσα τα περιβάλλουν. Επανατοποθετώ τις ισορροπίες μου. Ελέγχω τα συμβάντα.

Είμαι ελαφριά. Πολύ ελαφριά. Κανένα πια βαρύδιο να με στενεύει. Καμία σιωπή να ψαχουλεύει. Είμαι ανοιξιάτικη ξανά. Ευ!!! Νυν και αεί...

3.3.07

Γιανναράς

Ξεκίνησα τρομαγμένη από τα διαβάσματά του (δεν καταλάβαινα παρά ελάχιστα), μα τόσο μαγεμένη από τη γλώσσα του, που ήθελα ακόρεστα να τη γεύομαι, να ψάχνω τρόπους να την κάνω μέρος του σύμπαντός μου.

Τώρα τον γνωρίσω από κοντά, ως δάσκαλο. Και καταγοητευμένη από την εξαιρετική του καθαρότητα ψαχουλεύω και πάλι τα βιβλία του, πασχίζοντας να ψελλίσω κάποιες ελάχιστες λέξεις. Χαιρόμουν πάντα τους σημαντικούς δασκάλους. Χαίρομαι πάντα να είμαι μαθήτρια τους.

Μοιάζει το μάθημά του σαν όαση μέσα σε μία καθημερινότητα που είναι τόσο εύκολο να σε καταβάλλει αν της αφεθείς. Μου δίνει δύναμη η ζώσα άλλου είδους πραγματικότητα στην οποία μοιάζει να ζει ο δασκαλός μου και την οποία προτείνει και σ΄εμάς.

Τον ρώτησα πώς μπορεί κανείς να ζήσει μία αυθεντική ζωή, χωρίς ταυτοχρόνως να μονώνεται. "Είναι θέμα ιεράρχησης του βίου σου", μου είπε.

Θυμάμαι μία ηρωίδα στα "Δέντρα" της Μαργαρίτας Λυμπεράκη. Μιλούσε για το πόσο επικίνδυνο είναι να βλέπεις τη θάλασσα, να κοιτάς πραγματωμένη τη δυνατότητα υπαρξής της. Είναι μία εμπειρία που σε αλλάζει. Δε μπορείς πια να ξαναστενέψεις τους ορίζοντές σου.

Είναι για μένα πια αργά. Δε μπορώ να γυρίσω στα πριν. Η θάλασσα με καλεί. Θα τη γευτώ. Όποιο κι αν είναι το τίμημα.

21.2.07

Χαρά

«Χαρά!»

Αυτό είναι το πρόσταγμα που προσπαθώ να δίνω στον εαυτό μου κάθε που στενεύουν οι ορίζοντες. Σ' αυτήν την περίοδο μοιάζουν όλα να καίγονται, ίσως για να ξαναγεννηθούν, ίσως για να οδηγήσουν αλλού. Η ζωή είναι ανοιχτή σε όσους θέλουν έτσι να τη βλέπουν. Αποχαιρετώ τις Αλεξάνδρειες που χάνω και αναζητώ να χαρτογραφήσω νέα -απάτητα για μένα- εδάφη.

«Χαρά!»

13.2.07

δια-ροές 2007

Την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου διοργανώνεται στο ΜΕΤΡΟ του Συντάγματος του φεστιβάλ νέων καλλιτεχνών. ΕΙΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ ΜΙΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ!!!! Είναι απίστευτη η χαρά του να ανήκεις σε ένα γκρουπ του οποίου από πάντα ήθελες να γίνεις μέλος.

Κοινοτυπία μεν, αλλά ναι είμαστε πολύ παράξενα όντα οι άνθρωποι. Είναι τόσο περίεργος ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τις καταστάσεις και τις χειριζόμαστε. Εννοώ ότι η χαρά της αίσθησης ότι είμαι αποδεκτή από ένα φεστιβάλ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ παγώνει μπροστά στα διάφορα υπαρξιακά ερωτήματα που μανικά φυτρώνουν στο νου μου.

Γεννιόμαστε. Έτσι ξεκινάνε όλα για όλους. Γεννιόμαστε, όπως γεννήθηκαν οι γονείς μας και οι γονείς αυτών και οι γονείς αυτών. Όσο πίσω κι αν πάμε, όλα ξεκινάνε με το που γεννιόμαστε. Και όσο μπροστά και αν πάμε, όλα έτσι θα ξεκινάνε. Όπου αν κοιτάξουμε, μέσα μας, έξω μας, δίπλα μας, στη γη, στον ουρανό, στο Σύμπαν, αυτή είναι η αρχή των πάντων. Γεννιόμαστε.

Γεννιόμαστε. Και είμαστε πολύ τυχεροί, μιας και οι γονείς μας αγαπιούνται. Για να είμαστε ακριβείς, είναι τρελά ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλον. Γνωρίστηκαν πριν από λίγο καιρό. Στην αρχή έβγαιναν ραντεβού, μετά φιλιόντουσαν και μετά έκαναν έρωτα. Μετά νοικιάσανε ένα σπίτι για να μείνουνε μαζί. Και, εκεί που δεν το περιμένανε, αρχίσαμε να τους λείπουμε, παρ΄ όλο που ποτέ δε μας είχαν, οπότε αποφάσισαν ότι μας ήθελαν. Έτσι, έβαλαν μπρος για να μας αποκτήσουν. Και να ΄μαστε τώρα εδώ!

Είμαστε το ευτυχές αποτέλεσμα της ηδονικής ένωσης δύο ζουμερών κορμιών, τα οποία λαχταρούν να χάνονται το ένα μέσα στο άλλο, όσο πιο συχνά γίνεται. Ταιριάζουν απόλυτα μεταξύ τους. Έχουν φτιαχτεί για να χωράει το άλλο. Έχουν φτιαχτεί για να μην αντέχει το ένα μακριά από το άλλο.

Είμαστε εκείνο το χαρούμενο μαθηματικό σφάλμα, όπου αθροίζοντας ένα κι ένα παίρνουμε πάλι ένα. Υπάρχει η πιθανότητα να πάρουμε και δύο ή τρία ή και παραπάνω, αλλά αυτή η μη απόλυτη προβλεψιμότητα αρκεί από μόνη της, για να ακυρώσει τους γνωστούς κανόνες της αριθμητικής.

Αν δεν πάρουμε ούτε ένα, ούτε δύο, ούτε τρία, αλλά παραπάνω, τότε ξαφνικά γινόμαστε υπερβολικά πολλοί, μιας και -προτού καν το αντιληφθούμε- γεμίζουν το δωμάτιό μας οι τηλεοπτικές κάμερες και οι φωτογραφικοί φακοί των δημοσιογράφων, οι οποίοι μας αποθανατίζουν λέγοντας μ΄ ένα χαζούλι χαμογελάκι στο πρόσωπό τους: «Δες τί γλυκούλια που είναι!».

Τον καιρό που ζούσαμε στη υγρή μήτρα, δεν είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε και πολλά πράγματα. Χαλαρώναμε. Είμασταν ήσυχοι, ότι τα είχε αναλάβει όλα η Φύση. Χωρίς να χρειαστεί καν να το προσπαθήσουμε, αποκτούσαμε χέρια, πόδια, συκώτι, τρίχες, νύχια, μυαλό, βλεφαρίδες (όχι απαραίτητα μ΄αυτή τη σειρά).

Και ξάφνου ήρθε η ώρα να τα σβήσουμε από τη μνήμη μας όλα αυτά, μιας και τραβούν έξω, αναγκάζοντάς μας να εγκαταλείψουμε τον κόσμο μας. Κανείς δε μας έχει προετοιμάσει γι΄αυτήν την εμπειρία. Νομίζαμε ότι είχαμε πια κατακτήσει όλη τη διαθέσιμη γνώση πάνω στο ζήτημα που λέγεται «ζωή». Προφανώς, κάναμε λάθος.

Κλαίμε τρομαγμένοι. Για να είμαστε ειλικρινείς, ουρλιάζουμε, δεν κλαίμε. Την εποχή που κατοικούσαμε στη μήτρα δεν κλαίγαμε. Είναι μία ικανότητα που αποκτούμε με το που γλυστράμε, για να βγούμε σ΄αυτόν τον παράξενο, νέο κόσμο.

Μας διαβεβαιώνουν ότι αυτό είναι ένα άριστο σημάδι, μιας και υποδεικνύει πως είμαστε υγιείς. Μας κόβουν τον ομφάλιο λώρο, αλλά δεν πονάμε καθόλου· περισσότερο κρυώνουμε. Είμαστε μπλε. Και είμαστε και ζουπηγμένοι παντού. Στην προηγούμενη ζωή μας, δεν είχαμε ούτε αποχρώσεις, ούτε πιέσεις.

Κλαίμε συνέχεια και είμαστε σχεδόν άσχημοι. Μας λένε βέβαια ότι είμαστε όμορφοι, αλλά δεν το πιστεύουμε έτσι εύκολα. Όταν κολυμπούσαμε πανάλαφροι μέσα στη μήτρα είμασταν οι πιο όμορφοι. Είχαμε μάλιστα πάρει και βραβείο, αν και ο συναγωνισμός ήταν περιορισμένος. Ήταν βέβαιο ότι θα κερδίζαμε εμείς.

Μας ακουμπούν προσεκτικά στο φρέσκο στήθος μίας γυναίκας. Είναι η μαμά μας. Ίσα που προλαβαίνουμε να της ρίξουμε μία ματιά με τα θολωμένα μάτια μας. Πάντως καταφέρνουμε να δούμε τα δόντια της. Μας χαμογελάει και μας χαϊδεύει ελαφριά στο κεφάλι. Να κάτι δεν είχαμε στην προηγούμενη ζωή: χαμόγελα και χάδια. Μας πηγαίνουν αμέσως για πλύσιμο. Και μετά ύπνος.

Όταν ξυπνάμε είμαστε κιόλας στο σπίτι μας. Μεγαλώνουμε γρήγορα. Το γάλα της μαμάς είναι πολύ νόστιμο. Κυλάει στην άκρη απ΄ τα χείλη μας, αλλά μας σκουπίζουν γρήγορα-γρήγορα για να μη λερωθεί το φορμάκι μας. Μας αρέσει να νιώθουμε τη ζεστασιά από το δέρμα της μαμάς, καθώς το μάγουλό μας ακουμπάει πάνω του. Και μας αρέσει και η γλυκιά μυρωδιά της.

Ανυπομονούμε πότε θα έρθει και πάλι η ώρα για να μας ταϊσουν. Βάζουμε τις φωνές, άμα αργούν. Στη στιγμή, εμφανίζεται τότε η μαμά μας -μερικές φορές και ο μπαμπάς μας- πάνω απ΄την κούνια μας, για να μας παρηγορήσει, χώνοντας το μπιμπερό στο στόμα μας.
Δε μας αρέσει μόνο το γάλα. Μας αρέσει και το χαμομήλι. Μας αρέσουν και οι κρέμμες, ειδικά εκείνες που περιέχουν κολοκύθι ή μήλο. Μας αρέσει και η μπανάνα, αλλά όχι τόσο πολύ. Το χειρότερό μας είναι το κοκκινιστό κρέας. Χρειάζεται να μας πιέσουν για να το φάμε. Συνήθως το φτύνουμε στη σαλιάρα μας.

Προσπαθούμε να μην ξυπνάμε τη νύχτα. Αλλά να που, χωρίς να το θέλουμε, μας έρχεται να κάνουμε τα τσίσα μας ή τα κακά μας. Δε μπορούμε να κρατηθούμε. Πασχίζουμε να τα καταφέρουμε, αλλά κάθε φορά αποτυγχάνουμε. Αφήνουμε τη φούσκα ή το έντερό μας να ελευθερωθούν και αρχίζουμε να ουρλιάζουμε.

Σύντομα μαθαίνουμε να μπουσουλάμε. Σερνόμαστε σε όλο το σπίτι. Με τα γόνατα και τις παλάμες μας καθαρίζουμε τη σκόνη. Τώρα φτάνουμε τα παιχνίδια μας μόνοι μας. Δε χρειαζόμαστε τη βοήθεια κανενός. Είμαστε οι κυρίαρχοι του βασιλείου μας. Δυστυχώς, δεν ξέρουμε ακόμα να κάνουμε όπισθεν. Γι΄αυτό κλαίμε, οπότε έρχεται αμέσως η κυρία που μας φυλάει και μας αγκαλιάζει, λέγοντας: «Τί έγινε πάλι, βρε μωρουλίνι; Τί έπαθες, αγαπούλα μου;»

Αφού κάνουμε το μπουσούλημα δεύτερη φύση μας, αποφασίζουμε ότι έχει έρθει πια ο καιρός να σηκωθούμε στα δύο πόδια. Περπατάμε λοιπόν, αν και, κυρίως, πέφτουμε. Θίγεται ο εγωισμός μας, μα μόνο για λίγο. Φτάνει η μέρα που τα καταφέρνουμε με άνεση.
Τώρα να δεις πόση λίγη βοήθεια χρειαζόμαστε! Είμαστε πάντοτε πανέτοιμοι για νέες εξερευνήσεις. Ανεβαίνουμε σε καναπέδες και σε καρέκλες και σε τραπέζια και στο κρεβάτι μας. Σκαρφαλώνουμε στα συρτάρια του σύνθετου, για να κατεβάσουμε το κουρδιστό πιανάκι μας, που το έβαλαν εκεί μπας και «ησυχάσουν λίγο τ΄ αυτιά μας!». Τρέχουμε για να πιάσουμε τη μπάλα μας, χορεύουμε για να μας κινηματογραφήσουν, ανοίγουμε τα πόδια για να περάσει από κάτω το σκυλί του παππού και να βάλουμε όλοι τα γέλια.

Έχουμε αργήσει λιγάκι να μάθουμε να μιλάμε. Γι΄αυτό μας πάνε στο γιατρό, ο οποίος συμβουλεύει τους γονείς μας, να μην ανησυχούν, μιας και όλα είναι στα πλαίσια του φυσιολογικού. «Ο καθένας έχει τους ρυθμούς του». Όταν ψελλίζουμε την πρώτη μας συλλαβή, μας ικετεύουν με εναγώνια χαρά να την επαναλάβουμε, για να μας ηχογραφήσουν. «Τελικά, είχε δίκιο ο γιατρός», λένε όλοι και αποφασίζουν να τον καλέσουν για φαγητό την Κυριακή το μεσημέρι.

Τον ξέρουμε καλά τον γιατρό. Μας πηγαίνουν συχνά σ΄αυτόν. Άλλοτε είναι γυναίκα και άλλοτε είναι άντρας. Είναι παντρεμένοι και έχουν μαζί το ιατρείο τους. Μας εξετάζει όποιος από τους δύο είναι ελεύθερος. Δεν αρρωσταίνουμε συχνά, αλλά χρειαζόμαστε ούτως ή άλλως εμβόλια και τακτικούς ελέγχους βάρους και ύψους.

Κάθε φορά μας δίνει να γλύψουμε μία καραμέλα ή ένα γλυφιτζούρι. Μας επιτρέπει να διαλέξουμε τί από τα δύο προτιμάμε. Κατά βάθος θα θέλαμε και τα δύο, αλλά ξέρουμε ότι θα μας μαλώσουν όταν πάμε στο σπίτι, οπότε επιλέγουμε ένα και λέμε ευγενικά «ευχαριστώ».
Όμως η ζωή μας είναι πάρα πολύ κουραστική. Υπερβολικά κουραστική μερικές φορές. Όλο μας υποχρεώνουν να μαθαίνουμε πράγματα. Να μην τα κάνουμε πάνω μας. Να κοιμόμαστε νωρίς το βράδυ και να ξυπνάμε αργά το πρωί Να κρατάμε πάντα ένα πιατάκι κάτω από το μπισκότο που μασουλάμε. Να μη λερώνουμε τα ρούχα μας. Να μη χαλάμε τα παιχνίδια μας. Να τρώμε μόνοι μας το φαγητό μας. Να πλένουμε τα δόντια μας.

Εκτός όμως από κουραστική, είναι και πολύ ωραία η ζωή μας. Γρήγορα ξέρουμε να ξεχωρίζουμε το κόκκινο από το κίτρινο, τη μύτη από τη φτέρνα, το Α από το Β, το 1 από το 5. Είμαστε καταπληκτικοί τραγουδιστές· καθηλώνουμε τους πάντες με τις φωνητικές μας ικανότητες. Έχουμε μάθει να κρατάμε ξυλομπογιές και γεμίζουμε άπειρα χαρτιά με άπειρα πράγματα, από αυτά που φτιάχνει η φαντασία μας ή από αυτά που βλέπουμε γύρω μας. Όταν μας βλέπουν να παίζουμε, λένε ότι σίγουρα θα ασχοληθούμε με τον αθλητισμό, όταν θα μεγαλώσουμε· είμαστε κινητικοί, δυνατοί, εύκαπτοι.

Του χρόνου θα μας στείλουν στο νηπιαγωγείο. Ήδη έχουν ψάξει οι γονείς μας και μας έχουν βρει ένα, εδώ κοντά στο σπίτι μας. Θα μας πηγαίνει η γιαγιά, με τα πόδια. Δε θα χρειάζεται να παίρνουμε το κίτρινο σχολικό με τις ροζ φραουλίτσες, αν και θα μας άρεσε πολύ μία πρωινή βόλτα μαζί με τα άλλα παιδιά. Ανυπομονούμε. Αλλά φοβόμαστε κιόλας· πολύ λίγο.

Είναι ο φόβος μπροστά στην αίσθηση του ό,τι μάλλον βρίσκω στον -για μένα σωστό δρόμο. Είναι η ύβρις.

24.1.07

Εμείς


Πώς το οσμίζονται οι μυγδαλιές σαν λάμπουν
οι φωτοβολίδες μας, πώς τ΄άστρα φτεροκοπούν
κάθε που σε κοιτάζω
ναι!
θαρρώ πως τάχα εγώ σε γέννησα
απ΄τα δικά σπλάχνα τάχα βγήκες
να με γεμίσεις
γλυκό κυδώνι πώς κολλάει στα χείλη μου!
Χριστέ μου!
τί ευτυχία μ' ευλόγησες να ζήσω.

22.1.07

Παραμύθι

Κάθε φορά που καλούμαι να διαβάσω επιλογές των ποιημάτων μου, προβληματίζομαι σχετικά με το τί να επιλέξω και τί να αφήσω έξω. Ένα ποίημα που γράφτηκε απνευστί, ξεκινώντας από ένα αστείο, με ακολουθεί πάντα. Ίσως και να με οδηγεί σε επόμενα βήματα, σε επόμενα ποιήματα. Πρόκειται για το "Παραμύθι". Θα το διαβάσω και αύριο το βράδυ στο Ash in Art. Παραθέτω το ποίημα εδώ.


Παραμύθι

Μία φορά κι έναν καιρό
οι ντόπιοι στήσαμε χορό
επάνω στα αλώνια.

Ήρθε ευθύς ο γείτονας
έφερε την κυρά του
'κείνη με τα βαριά βυζιά
που 'ταν γεμάτα αγάπη.

Στραγγίξαμε το γάλα της
κόψαμε το λαιμό της
ρουφήξαμε το αίμα της
μετά τα κόκκαλά της.

Ούτε στιγμή δε γκρίνιαξε
μόνο χαμογελούσε
όσο τραχιά τα δόντια μας
γλείφαν τη νοστιμιά της.

- Εχόρτασα!, ξεφώνισε γουρουνοποδαρούσα.
- Κι εμένα η μπάκα φούσκωσε, κρόασε ο καμπούρης.
- Φέρτε κρασιά! Φέρτε βιολιά! Να ανάψουμε το γλέντι!

Σπάσαμε τα τακούνια μας
στα βήματα του μπάλου
του τσάμικου, της ζεμπεκιάς
μα και του βαλς, καρδιά μου.

Αέρινα τα βήματα
σαν να 'μασταν αγγέλοι
ο αχαμνός ο καραφλός
η βοϊδομάτα σκύλα
ο λιπαρός χοντρομπαλάς
και η βλογιοκομμένη.

Χωνέψαμε τα κρέατα
που λιώναν στα στομάχια
κι όλοι μαζί με μια φωνή
κράξαμε «θέλω κι άλλο!».

Πήγε λοιπόν ο φούρναρης
ο ξακουστός κυρ-Τάκης
κι έφερε την κοράκλα του
να φτιάξουμε στιφάδο.

Κοφίνια καθαρίσαμε
αμέτρητα κρεμμύδια
βρωμίσανε τα χέρια μας
δακρύσαν τα όμματά μας.

- Υπομονή δύο λεπτά
και θα σας τη σερβίρω!

- Νόστιμη που 'ναι η κόρη σου!
- Σαν τα ψωμία σου φρέσκια!
- Μπράβο κυρά Καλλιόπη μας
που χάμωσες τον Τάκη
να βγάλεις τέτοιο θάμα.

Μεσάνυχτα
χαράματα
μεσάνυχτα και πάλι
σαν φάγαμε σιγά-σιγά
ένα-ένα τα κοράσια
διαλέγοντας προσεκτικά
μόνο τα πιο ωραία.

Κι όσο γεμίζαν τ' άντερα
ζαχαρωμένα χείλη
νερατζοφιλημένα αυτιά
και μάγουλα ροδάτα
έφτιαχνε η κοψιά μας
έσταζε η λαλιά μας
ροδόσταμο και μέλι
έστρωνε εμάς η μούρη μας
ξάνθαιναν τα μαλλιά μας
φούσκωναν τα γλουτάκια μας
γέμιζαν τα καυλιά μας.

Αχ, να 'σουνα εκεί
να 'βλεπες τη γιορτή μας
να 'λεγες «στην υγειά σας!»
και «πάντα τέτοια, βρε παιδιά!».

Τώρα που ακούς τα λόγια μου
μη φοβηθείς, μην τρέξεις
και μη βιαστείς τάχα να πεις
πως είμαστε φονιάδες
μην πηλαλάς στο δικαστή
να μας κατηγορήσεις.

Η φάρα μας είναι καλή
εργατική και τίμια
μα όσα και να έχουμε
θέλουμε αυτό που λείπει.
Όλα μας τα δωσε ο Θεός
εκτός από το κάλλος.

Κι αφού το ξέρουμε καλά
απ΄ τους αρχαίους μύθους
γρήγορα πως ο άνθρωπος
γίνεται αυτό που τρώει...

Θέλεις την ωραιότητα;
Φάε καμιάν ωραία.

Θέλεις την αθωότητα;
Φάε καμιάν αθώα.

Θέλεις να γίνεις ποιητής;
Φάε τους ποιητάδες.

13.1.07

Θέλεις να κάνουμε σέξυ?

Την πρώτη φορά που ένα νεαρό πλάσμα θα σε ρωτήσει περί σεξ, σίγουρα θα νιώσεις ότι δεν είσαι έτοιμος να απαντήσεις σε ερωτήσεις. πιθανότατα να σκεφτείς και ότι αυτό το νεαρό πλάσμα είναι πολύ νεαρό για να αναρωτιέται για τέτοια πράγματα.

Εμένα πάντως έτσι μου συνέβη. Όσο κι αν θέλω να με θεωρώ απελευθερωμένη και άνετη και -προπαντός- σωστή παιδαγωγό, εδώ αισθάνθηκα την ανάγκη να κάνω ταχύτατα βήματα πίσω και να πω :«ρώτα τον μπαμπά σου καλύτερα».

Θυμήθηκα και μία ιστορία. Προσωπική. για τότε που τρέξαμε βιαστικά προς την ξύλινη αποθήκη πίσω από τη κατάφυτη μουριά. Σμήνη χελιδόνια πετάρισαν μακριά μέσα από τα πυκνά φυλλώματα, τρομαγμένα από το ποδοβολητό μας. Το μεγάλο βιβλίο με το σκληρό, πράσινο εξώφυλλο ήταν χωμένο κάτω από τη μάλλινη, ροζέ ζακέτα της Χριστίνας. Λαχανιασμένες, στριμωχτήκαμε ανάμεσα στα σκονισμένα δρεπάνια και κλαδευτήρια του παππού.

-Βγάλε να δούμε.

Η Χριστίνα άνοιξε διάπλατα το βιβλίο πάνω σ' ένα καφάσι αραχνιασμένο και ολομεμιάς μπλέξαν τα δάχτυλά της με της Σταυρούλας, καθώς ψαχούλευαν κι οι δυο μαζί να βρουν τη σελίδα. Εγώ στο πλάι, μουδιασμένη.

-Γρήγορα.

Τη βρήκαν και στάθηκαν κι εκείνες ακίνητες, βουβές για μία στιγμή, πριν αρχίσει η Χριστίνα να μας διαβάζει. Στην τάξη της είχαν μάθει όλα τα γράμματα. Αργά, έσερνε το δείκτη της κάτω από κάθε λέξη. Όταν τελείωσε την ανάγνωση, μας κοίταξε διερευνητικά.

-Λέει ψέματα το βιβλίο σου, διαμαρτυρήθηκε η Σταυρούλα.

-Δε λέει.

Στην άρνηση αυτή άρπαξε γεμάτη ορμή το βιβλίο από τα χέρια της Χριστίνας και προσπάθησε να βγάλει άκρη απ΄τις εικόνες. Μετά από λίγο το παράτησε και γύρισε προς τα εμένα. Ήξερα τί σήμαινε αυτό. Εγώ θα αποφάσιζα αν όλα αυτά ήταν αλήθεια. Προσπαθούσα να σκεφτώ γρήγορα.

Ό,τι κι αν έλεγα, μία από τις δύο θα θύμωνε. Προσπαθούσα να σκεφτώ χωρίς να υπολογίζω τα μάτια που περίμεναν μιαν απάντηση. Αν είχε δίκιο η Χριστίνα, έτσι θα έγινε και μ' εμένα. Και με όλα τα παιδιά του κόσμου. Δηλαδή ο παππούς είχε κάνει αυτό στη γιαγιά και ο κυρ-Πέτρος στην κυρά-Βάσω και ο Βαγγέλης στην Ελπινίκη και ο Σωτήρης στη Φωφώ; Αποκλείεται. Αποκλείεται. Και ο μπαμπάς στη μαμά; Αποκλείεται. Τρελάθηκαν όλοι;

-Πες Άννα!, απαίτησε η Σταυρούλα.

-Ναι, πες, ζήτησε και η Χριστίνα, παίζοντας τα δάχτυλά της πάνω στο βιβλίο.
Τους είπα δειλά πως «σκέφτομαι» και μ' έσπρωξαν κι οι δυο ελαφριά, παρακινώντας με να διαλέξω μεριά. Η Χριστίνα αγκάλιασε το βιβλίο, τεντώνοντας με σιγουριά το κορμί της. H Σταυρούλα με τα χέρια στη λεπτή της μέση και με στόμα ζαρωμένο ανυπομονούσε.

-Ας σηκώσουμε τις φούστες μας και ας δούμε, πρότεινα.

Η Χριστίνα γέλασε κοροϊδευτικά στην ιδέα μου, μα σοβαρεύτηκε αμέσως όταν είδε πως η Σταυρούλα ετοιμαζόταν ήδη.

-Αν χωράει μωρό εκεί κάτω, τότε λες αλήθεια, είπα και άρχισα να βγάζω το γαλάζιο μου καλτσόν με τα κίτρινα λουλουδάκια.

8.1.07

νόμος πιθανοτήτων

Μου θύμισε μία φίλη τα «Τέσσερα κουαρτέτα» του Τ.Σ. Έλιοτ και το απόσπασμα:

What might have been is an abstraction
Remaining a perpetual possibility
Only in a world of speculation.
[…]
Other echoes
Inhabit the garden. Shall we follow?
Quick, said the bird, find them, find them,
Round the corner.

Κάθε απόφαση που παίρνω με οδηγεί κάπου, όπου πιθανότατα δε θα βρισκόμουν αν είχα επιλέξει κάποιον άλλο δρόμο. Πάντα ζουζουνίζει μες στο νου μου η αμφιβολία της ορθότητας του τόπου κατοικίας μου. Ίσως να αποδειχθεί τελικά ότι αυτή θα είναι η δυστυχία της ζωής μου, αλλά και η ευτυχία της μαζί• ίσως.

Οι άλλοι ήχοι που κατοικούν στον κήπο μου μοιάζουν πάντα ελκυστικοί, ακριβώς επειδή είναι «άλλοι» και άγνωστοι και άρα μπορώ εγώ να τους πλάθω με τα υλικά της φαντασίας μου και να πείθω τον εαυτό μου ότι αν τους ακολουθούσε θα ήταν λίγο πιο ήσυχος, πιο κατασταλαγμένος.

Μα με το που ησυχάζω, κάτι πάντα ξαναξυπνάει μέσα μου και μου φωνάζει να κινηθώ, να προχωρήσω, να μη μείνω στιγμή σιωπηλή και ακίνητη. Η ακινησία είναι ίσως η πιο μεγάλη δοκιμασία. Και η υπέρβαση της ίσως η πιο μεγάλη δύναμη.

Ό,τι κρύβεται πίσω από τη γωνία επίσης οδηγεί κάπου. Καλύτερα ή χειρότερα άγνωστο σ' εμάς. Εμείς είμαστε οι χαρακτήρες που ζουν μέσα στο μυθιστόρημα. Είτε το βιβλίο έχει κιόλας γραφεί, είτε γράφεται καθώς το ζούμε, εμείς λίγα μπορούμε τελικά να ελέγξουμε από τα όσα μας συμβαίνουν. Ίσως γι'αυτό να χρειάζομαι τον Θεό. Και, σίγουρα, γι'αυτό χρειάζομαι την Τέχνη.


Η ΦΑΣΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΑΤΟΣ
το καύκαλό μου.
Η φασαρία του μνήματος.
Μασουλίζει το παρόν μου.

Ένας σφάχτης ζωηρός
τσιγκλάει να χωράω εδώ μέσα.

Πλάι αχνίζουν οι νεκροί.
Ζέχνουν οι φταίχτες οι σφαγείς
εκτελεστές βογκούνε.

Κάποιος βαδίζει έξ' από δω.
Κάποιος μ' αναζητάει.

Μαίνεται ο τόπος,
φρίττει.

Σσσσς...
Κρύψου! Πιο βαθιά!
Κράτα! Πιο σφιχτά
την ανάσα.
Μέτρα ως το δώδεκα και
όλα θα περάσουν.

28.12.06

Μια γιορτή

Θυμήσου μία γιορτή.

Θυμάμαι. Θυμάμαι τη μάνα της Αυγής, τη Φέτη. Έλεγε και ξανάλεγε ότι έφταιγε η ίδια που η κόρη της είχε βγει μουγγή. Μετά από έξι αγόρια και με το φόβο ότι δεν θα είχε κάποιον να τη γηροκομήσει, παρακαλούσε το Θεό για ένα κορίτσι φρόνιμο και συμπονετικό, να σταθεί πλάι της μέχρι τις τελευταίες της ώρες, μα είχε ξεχάσει να ζητήσει να μην της βγει το παιδί σακάτικο.

Της έδωσε ο Θεός το κορίτσι της, μα του πήρε τη φωνή, λες και για να τιμωρήσει τη Φέτη, που ήθελε να ανακατευτεί στις υποθέσεις Του. Ήχος θηλυκός φρέσκος δεν ακούστηκε στο σπίτι της. Έλιωνε η μάνα ολημερίς και ολονυχτίς μπροστά σε εικονίσματα θαυματουργά, παρακαλούσε, προσευχόταν, υποσχόταν, ονειρευόταν.

Από εκκλησία σε εκκλησία τραβούσε, από χωριό σε χωρίο, από γκρεμίλα σε γκρεμίλα, από νησί σε νησί, για να κάνει ειρήνη με το Θεό, για να βρει την υγεία της η Αυγή της. Εδώ και εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια, χανότανε για μήνες ψάχνοντας να βρει συμβουλή σε καλογέρους και παπάδες και άφηνε την Αυγή στα χέρια των έξι αγοριών της.

Ο πατέρας είχε πεθάνει λίγο μετά που η μάνα έμεινε έγκυος στην κόρη. Ήσυχος θάνατος. Πάνω στην ελιά να κλαδεύεις και η καρδιά σου να αποφασίζει ότι κουράστηκε, φτάνει πια.

-Ήσυχος θάνατος.

Έτσι έλεγε η Φέτη κι έμοιαζε μια ζήλια να την κυκλώνει, να διπλώνεται στα πόδια της, να ανεβαίνει βαθιά μέσα της από τους αστραγάλους ως τα μελίγγια.

Όσο την έπνιγε τόσο προσπαθούσε μάταια, με κρέμες και βοτάνια τριμμένα και γιατρικά διάφορα που βρωμούσαν ξινά, και που αγόραζε από δω κι από κει, από γύφτισσες, μάγισσες και γιατρούς, να μαλακώσει τα γόνατά της, σκληρά από τις δεήσεις.

Τα μάτια της έτσουζαν, ήθελε να τα τρίβει με κρεμμύδι, να γεμίσουν δάκρυα, να λυτρωθούν, μα οι σταγόνες που κυλούσαν βασανιστικά ήταν άχρηστες πια. Ο σβέρκος της δεν μπορούσε να ισιώσει κι όλο γέμιζε το κορμί της ανατριχίλες, από τις σουβλιές που δεχόταν από τα άρρωστα νεύρα.

Τα έξι αγόρια της γρήγορα ξεχνούσαν την μικρή τους αδελφή, σαν τους φιλούσε η μάνα τους και τους άφηνε δίνοντας την ευχή της. Έφευγε εκείνη για τα προσκυνήματά της και τα παιδιά της γύριζαν στα χωράφια τους. Τί να κάνουν με τη μουγγή;

Εκείνη ήταν αδύνατη σαν λεπτοδείκτης, με μάτια μαύρα, γατίσια, πονηρά. Φοβόσουν να την αγγίξεις μην και πάψει να ανασαίνει ή σου ορμήξει (κανείς δεν ήξερε με σιγουριά τί θα έκανε). Την άφηναν στο σπίτι να μαγειρέψει κανά φαγητό, να λαδωθεί το έντερό τους και περνούσαν ολάκερη τη μέρα στις δουλειές τους.

Μόνη η Αυγή, κλεισμένη σε δυο κάμαρες, γέμιζε τις ώρες της με τις κότες, τα αηδόνια, τα γαϊδούρια, τις γειτόνισσες, τα τρακτέρ, τη βροχή, τα νιαουρίσματα, τα γαυγίσματα, τον αέρα στο τζάμι της πόρτας, τα παιδιά, που παίζαν φωνάζοντας σαν να τα γαργαλούσαν τα νιάτα τους.

Έβαζε βιαστικά να γίνεται κάτι πρόχειρο στο τσουκάλι και μετά καθόταν στο σκαμνί πλάι στο μεγάλο, τετράγωνο παράθυρο με τα κατάλευκα, δαντελωτά κουρτινάκια, να βλέπει και να ακούει όσα γίνονταν στο δρόμο και τις αυλές.

Τίποτα δεν ξέφευγε από το εκπαιδευμένο μάτι της. Ούτε η κυρά-Φρόσω που έκλεινε την πόρτα της γρήγορα πίσω από τον κυρ-Αποστόλη, ούτε η Μαρία η Κώσταινα που μύριζε ολοένα τις μασχάλες της, ούτε ο Μπάμπης ο καφετζής που ξυνόταν εκεί κάτω.

Είχε το χάρισμα της κουτσομπόλας, μα η φωνή που της έλειπε την εμπόδιζε να το εκδηλώσει. Περιοριζόταν λοιπόν η Αυγή στο να καταγράφει όλες τις κινήσεις και να πετάει πετραδάκια από τις τσέπες της ποδιάς της, σε όσους περαστικούς ήθελε να σηκώσουν το βλέμμα τους να τη δουν.

Ένα πρωινό, αφού μαγείρεψε χυλοπίτες κοκκινιστές , με ντομάτα περσινή, φυλαγμένη σε μπουκάλια μπύρας σφιχτοσφραγισμένα με κερί από την εκκλησιά, πήρε το πλεχτό της και κάθισε ξανά στο σκαμνί της. Έφτιαχνε μια καινούρια δαντέλα λευκή από κλωστή λεπτή, που βασάνιζε τα χέρια της με χαρακιές βαθιές, και έψαχνε κάποιο ύφασμα να την ταιριάξει, να την κάνει τελείωμα για κάποιο φόρεμα.

Ένα έμπορας, ξένος στα μέρη τους, σαν να απαντούσε στις σκέψεις της, φάνηκε τότε να περνά κάτω από το παραθύρι της, διαλαλώντας με καθαρή φωνή την πραμάτεια του. Πουλούσε από υφάσματα, χτενάκια, κολόνιες και δαντέλες έως παπούτσια και κάλτσες και καλτσόν και βαφτικά διάφορα.

Έκανε ζέστη απαλή και γλυκιά, ο ήλιος αντανακλούσε το φως του στο τζάμι του κόκκινου αυτοκινήτου του. Η άνοιξη έμπαινε φρέσκια κυρά με τα μυρωδικά της, μετά από έναν χειμώνα μουντό, γεμάτο βροχές και λασπόνερα στους δρόμους και τις αυλές.

Η Αυγή παράτησε το πλεκτό της και διάλεξε από την τσέπη της ποδιάς της ένα χαλικάκι, που με δύναμη το πέταξε έμπορα για να τον σταματήσει. Δεν τον πέτυχε με την πρώτη, ούτε με τη δεύτερη. Της έφευγε κι αυτή ήθελε να αγοράσει λίγο πράσινο βαμβακερό να ράψει το φόρεμα της για το Πάσχα, να το ταιριάξει με την δαντέλα τη λευκή που έπλεκε από πέρσι τον Σεπτέμβρη.

Διάλεξε την μεγαλύτερη πέτρα από την τσέπη της και του την πέταξε με όλη της τη δύναμη. Κατάφερε να περάσει την πέτρα από το μισάνοιχτο παράθυρο του αγροτικού αυτοκινήτου του και να τον πετύχει στο αριστερό μάγουλο. Εκείνος έβρισε, έξυσε άγρια τη λαβωματιά με τη σαλιωμένη παλάμη του και, όταν εντόπισε με σβέλτα μάτια τον δράστη, τη φώναξε να κατέβει γρήγορα κάτω να του δώσει το λόγο.

Η Αυγή, ξυπόλυτη πάνω στο τσιμέντο, κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά του σπιτιού -ο έμπορας φορούσε γραβάτα κοτσονάτη, με ρόμβους μπλε, μικρούς πάνω στο κίτρινο και είχε κουρεμένο σε καθαρές γραμμές το καστανό του μουστάκι.

Όταν έφτασε να στέκεται σε απόσταση ελάχιστη από εκείνον, αδιαφόρησε για τα μαλώματα του και τρύπωσε με λαιμαργία τη ματιά της στα υφάσματα, που ήταν το ένα πάνω στο άλλο ταχτοποιημένα στην καρότσα του αγροτικού, φτιάχνοντας ένα κάθετο ουράνιο τόξο.

Υπήρχε και ένα πράσινο τόπι, και μάλιστα πράσινο λαδί, τέτοιο που νόμιζες ότι θα το έστυβες και θα έβγαζε αληθινό ελαιόλαδο. Η Αυγή του το έδειξε και κυματίζοντας τα χέρια της στο σχήμα τους σώματός της, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει ότι το ήθελε για φόρεμα.

Ο έμπορας σταμάτησε με μιας τα βρισίματα. Ακολούθησε με τα μάτια του τα χέρια της, που κατέβαιναν με κινήσεις φιδιού παράλληλα στο κορμί της. Τα δάχτυλά της ήταν τόσο χοντρά, όσο λεπτή ήταν η μέση της. Με το ένα του χέρι θα μπορούσε να την κυκλώσει. Με το ένα του μόνο χέρι.

Της έκοψε το ύφασμα, αφού το χάραξε με ένα τεράστιο ψαλίδι σε μια πλευρά και έπειτα το έσκισε στα δύο με δύναμη, και εκείνη τον πήρε από το χέρι, για να του δείξει να την ακολουθήσει στο σπίτι προκειμένου να του δώσει τα χρεωστούμενα.

Ο έμπορας κοίταξε γύρω του μην υπήρχαν τίποτε μάτια να τους βλέπουν, μα, πέρα από ένα κοπρόσκυλο που χοροπήδαγε και είχε ξελαρυγγιαστεί στο γάβγισμα, δεν ήταν κανείς εκεί.

Όταν μπήκαν στο σπίτι το τσουκάλι μισοέβραζε ακόμα, τα δωμάτια μύριζαν χυλοπίτες και με το που έκλεισε την πόρτα, τράβηξε η Αυγή το φόρεμά της με τα κίτρινα λουλουδάκια να βγει από το κεφάλι της.

Το φουστάνι κόλλησε για μιαν ανάσα στην κοτσίδα της και ο έμπορας σάστισε να κοιτά το γυμνό, ροδαλό κορμί της. Φαίνονταν τα κόκαλα της, μα τα στήθια της ήταν λες και θήλαζε. Οι ρώγες σε ορθή γωνία, μαύρες, γόνιμες.

Ο έμπορας σκέφτηκε για λίγο, για πολύ λίγο. Στο κάτω-κάτω η κοπέλα ετούτη έμοιαζε να μην μπορεί καν να φωνάξει. Πριν αποφασίσει να χουφτώσει τη μέση της, η Αυγή κόλλησε στα χείλη του.

Σε κάποια στιγμή, ανάμεσα σε φιλιά και αγκαλιάσματα, ο έμπορας νόμισε ότι άκουσε βήματα στις σκάλες. Αποφάσισε όμως ότι θα ήταν η ιδέα του και προσπάθησε να ηρεμήσει. Δεν ήθελε να χάσει ούτε μια από τις στιγμές που θα ευχαριστιόταν μ΄αυτό το κατσίκι που άνοιγε διάπλατα τις διόδους του για χάρη του.

Την ώρα που ο έμπορας έμπαινε στην Αυγή, η Φέτη άνοιγε σιγανά την πόρτα της κάμαρας. Ηλιοκαμένη, με σκονισμένα τρύπια παπούτσια, έσπρωχνε την παλιά, ξύλινη πόρτα που έτριξε.

Έκανε το σταυρό της. Ένας άγνωστος είχε απλώσει την Αυγή της στο πάτωμα και είχε σκαρφαλώσει πάνω της. Εκείνη έβγαζε φωνούλες μικρές, κοφτές σαν να την τρυπούν λίγο-λίγο και ξανά-ξανά με αγκάθι τριανταφυλλιάς, που μοσχοβολάει ανοιχτή πλαγιά και φρέσκο μέλι.

Η Αυγή της. Η Αυγή της κάτω από έναν άγνωστο έβγαζε φωνούλες. Η βουβή, η μουγγή, η άφωνη, η κακορίζικη Αυγή έβγαζε φωνούλες. Η Φέτη έκανε το σταυρό της και ευχαρίστησε το Θεό που επιτέλους είχε κάνει το θαύμα του.

13.12.06

Γυναικεία είπες... τί είναι αυτό?

Από το δελτίο τύπου των εκδόσεων «Μεταίχμιο» τις 12/12/2006 αντιγράφω τα περί ενός καινούριου σεμιναρίου που ετοιμάζεται:

Σεμινάριο Γυναικείας Γραφής (διάρκεια: 30 ώρες)
Αντικείμενο: Ενασχόληση με θεωρητικά και πρακτικά θέματα της γυναικείας γραφής, καθώς και δημιουργία κειμένων μέσω του ασυνειδήτου και της εμπειρίας των αισθήσεων.

Είναι τεράστιο το θέμα της λεγόμενης «γυναικείας» γραφής. Υπάρχει; Δεν υπάρχει; Υπάρχει αντίστοιχη «αντρική» γραφή; Ό,τι δεν είναι «γυναικείο» είναι αντρικό; Γράφεται αποκλειστικά από γυναίκες; Από άντρες; Είναι θέμα ύφους; Θεματολογίας; Γλώσσας; Εξωφύλλου; Τρόπου προώθησης (π.χ. μέσω του τηλεοπτικού καναλιού Alter); Κοινού στο οποίο απευθύνεται;

Ταυτίζουμε τη «γυναικεία» λογοτεχνία με κείμενα στερεοτυπικά, με πρωταγωνίστριες γυναίκες (συνήθως θυμωμένες), οι οποίες ενεργούν αποκλειστικά και μόνο με βάση το ένστικτο (με την αρνητική έννοια της μη ικανότητας σκέψης, λογικής, βλέπε αφέλεια) και που ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με το να παντρευτούν, να κάνουν παιδιά, να πηδηχτούν, να είναι επιθυμητές. Άλλοι τομείς ζωής δεν υπάρχουν. Κείμενα που δε θέλουν να ονομάζονται «λογοτεχνία». Ροζ και ευπώλητα, ταιριάζουν τέλεια στον καταναλωτικό μας περίγυρο. Αν αυτό χαρακτηρίζεται «γυναικείο», μάλλον δε θέλω να είμαι γυναίκα.

Έβλεπα χθες μαζί με την πεντάχρονη θετή μου κόρη το Shrek και την πριγκίπισσα Fiona που καταρρίπτει όλους τους μύθους περί του τί σημαίνει να είσαι γυναίκα και ειδικά πριγκίπισσα. Να που μία ιστορία που απευθύνεται σε παιδιά και που τα μαθαίνει ότι είμαστε πολυποίκιλοι, πολύπλευροι και τόσο όμοιοι -άντρες και γυναίκες- μεταξύ μας, είναι πολύ πιο «προχωρημένη» από διάφορα τέτοιας μορφής τάχα «μεγαλίστικα» φαινόμενα.

Ένα τεστ, πριν κλείσω, και μία παράκληση να θυμηθείτε τα παρακάτω μυθιστορήματα:
- Περηφάνια και προκατάληψη -Τζέιν Ώστεν
- Ανεμοδαρμένα Ύψη - Σαρλότ Μπρωντέ
- Αγαπημένη - Τόνι Μόρισον
- Λαγνεία - Γελινέκ

Βιβλία γραμμένα από γυναίκες, με γυναίκες πρωταγωνίστριες, που ψάχνουν απαντήσεις σε θέματα σχέσεων, συναισθημάτων κλπ. Πραγματικά δείγματα του τί σημαίνει να είσαι, όχι γυναίκα, αλλά Άνθρωπος.

5.12.06

Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά

Ήξερα πως αν μου τηλεφωνούσαν, θα σήμαινε ότι είχα κερδίσει κάποιο βραβείο. Και πράγματι μου τηλεφώνησαν. Και με κάλεσαν στην απονομή στην Στοά του Βιβλίου, αφού πρώτα με ρώτησαν αν θα με ενδιάφερε να παραβρεθώ κι εγώ απάντησα φυσικά πως ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ θα με ενδιέφερε.

Γενικά είμαι κατά των διαγωνισμών. Ή ίσως τελικά να είμαι κατά του να επενδύεις συναισθηματικά σε έναν διαγωνισμό τέχνης, ελπίζοντας να διακριθείς. Αλλά όταν ήρθε η φίλη μου η ΚΑΤ σε μία συνάντησή μας και με ενημέρωσε ότι γινόταν ένας διαγωνισμός παιδικής λογοτεχνίας από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, αμέσως κάτι έκανε «κλικ» μέσα μου.

Μπορεί να ήταν η τακτική επαφή μου τον τελευταίο ενάμιση χρόνο με ένα γλυκό και πανέξυπνο παιδί, ένα παιδί που πάντα μου ζητάει να πω κι άλλες ιστορίες και να φτιάξουμε παραμύθια από το μυαλό μας και να τα παίξουμε δραματοποιημένα μοιράζοντας ρόλους μεταξύ μας. Μπορεί να ήταν η ανάγκη να ξαναμπώ δυναμικά στη γραφή, έχοντας έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο. Δεν ξέρω. Πάντως το θέμα υπήρχε μέσα μου, έτοιμο να ακουμπηθεί στο χαρτί.

Διάλεξα να συμμετάσχω στο διαγωνισμό της ποίησης για παιδιά. Τί σημαίνει ποίηση για παιδιά; Τί την κάνει να απευθύνεται σε παιδιά; Η θεματολογία; Η γλώσσα; Η μορφή; Δεν ήξερα. Έψαξα, κουβέντιασα με τα μέλη της λογοτεχνικής μου ομάδας, αλλά κυρίως θυμήθηκα τα ποιήματα που εμένα μου άρεσαν όταν ήμουν παιδί.

Το αποτέλεσμα είναι μάλλον συμπαθητικό. Τώρα πια ελπίζω ότι θα μπορέσει να κυκλοφορήσει χέρι-χέρι με μία ωραία εικονογράφηση και ότι θα το διαβάσουν κάποια παιδιά που αγαπώ και ότι θα τους αρέσει.

Όλο αυτό που μου συμβαίνει αναφορικά με την παιδική λογοτεχνία δεν ήταν καθόλου μέσα στα πλάνα μου για τη ζωή. Προέκυψε. Τα πιο ωραία πράγματα έτσι μου έχουν συμβεί· σχεδόν τυχαία.

29.11.06

Λέσχες ανάγνωσης

Ξεκίνησε από το ΕΚΕΒΙ μια δυναμική κίνηση προς τη δημιουργία Λεσχών Ανάγνωσης σε όλη την Ελλάδα, σε όπου πόλη και χωριό υπάρχουν άνθρωποι να αναζητούν άλλους ανθρώπους να μοιραστούν τα αναγνωστικά τους ενδιαφέροντα. Μια ενδιαφέρουσα πρόταση, με τελικό στόχο την αύξηση του αναγνωστικού κοινού.

Είναι αλήθεια ότι κι εγώ επί χρόνια διάβαζα για τέτοιες προσπάθειες στο εξωτερικό και τις ζήλευα και έλεγα «θέλω κι εγώ να είμαι μέλος μίας τέτοιας ομάδας. Θέλω κάποιον να του λέω για ένα καταπληκτικό βιβλίο που διάβασα ή για ένα άλλο που με απογοήτευσε και θέλω αυτός ο κάποιος να με καταλαβαίνει, να καταλαβαίνει την αγωνία μου, τη λαχτάρα μου γι' αυτόν τον αέρα που ονομάζεται τέχνη.» Και είναι αλήθεια πως η ομάδα στην οποία εδώ και 3 χρόνια ανήκω με έσπρωξε, με στήριξε, με έκανε να δω πιο σοβαρά το θέμα «λογοτεχνία».

Δεν ξέρω αν οι Λέσχες Ανάγνωσης θα προχωρήσουν, αν θα δημιουργήσουν ένα νέο ρεύμα, μία ουσιαστική/παρεμβατική παρουσία στο ελληνικό λογοτεχνικό τοπίο. Χαίρομαι όμως που επιτέλους βγαίνουμε από την ιερότητα του βιβλίου, για να το κάνουμε αντικείμενο της καθημερινότητάς μας, «φιλικό προς το χρήστη».

23.11.06

για "τί"

Ψάχνω να βρω για τί γράφω. Όχι «γιατί», αλλά για «τί». Ποιο είναι εκείνο το ζήτημα/τράνταγμα/λαχτάρισμα που άγρια με τραβά από την γαλήνια καθημερινότητά μου και με καθίζει μπροστά στο κενό. Ποιο είναι εκείνο που πρέπει να κοινωνήσω, που απλούστατα δεν αντέχω να κρατήσω μυστικό, που θεωρώ ζωτική ανάγκη να μεταδώσω σε αγνώστους; «Τί είναι αυτό που θέλεις να μας πεις με αυτό το παραμύθι;», ρώτησε η παλιά δασκάλα μου αφήγησης παραμυθιού μία καινούρια της μαθήτρια και φίλη μου. «Τί είναι αυτό που θέλεις να μας πεις;».

Κοιτάζοντας στο σύνολό του το έργο ενός καλλιτέχνη, μπορεί κανείς να πει ότι ίσως ακολουθεί -συνειδητά ή μη- μία συγκεκριμένη στάση γραφής. Αυτή φανερώνεται από τα όσα επιλέγει να φωτίσει μέσω του έργου του. Κανείς δε γράφει για τα πάντα. Όλοι επιλέγουν. Όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη ζωή, αξιολογούμε πράγματα και καταστάσεις στα οποία αξίζει να δωθούμε.

Ωστόσο χαρακτηρισμοί όπως «ποιητής του Αιγαίου» ή «Εθνικός ποιητής» μάλλον περιορίζουν τους εκάστοτε δημιουργούς. Και πάλι συμβαίνει όπως στην υπόλοιπη ζωή, ο καθένας μας δηλαδή έχει πολλές, συχνά αντικρουόμενες πλευρές μέσα του. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί την εξέλιξη του Ρεμπώ;

Λοιπόν, «τί είναι αυτό που θέλεις να μας πεις;». Δεν ξέρω. Είναι νωρίς να πω. Ξέρω όμως ότι πρέπει να μιλήσω. Και ξέρω ποια γλώσσα θέλω να χρησιμοποιώ.

Επέλεξα δυο ποιήματά μου να δείξω εδώ. Ενδεικτικά αυτού που υπήρξα -νομίζω. Πώς θα εξελιχθώ στο μέλλον κανείς δε γνωρίζει.

-----------------------------------------------------------------

Ένα Δελφίνι

Ένα δελφίνι νεαρό
χώθηκε στα κοιλώματά μου
απαλά, πολύ απαλά

γλίστρησε

πύρωσαν μπούκλες τα μαλλιά
πύκνωσε γαλάζια η ματιά

χορός μυτερός
το δελφίνι
μέσα μου

κυματισμοί λυγερόκορμοι σφιχτοί
ανάσες γυαλισμένες φρέσκες

πρόσφερα γενναιόδωρα την πρωινή μου θάλασσα
και το δελφίνι γελαστό
τη γέμισε αστερίες.

-----------------------------------------------------------------

Ερώμαι III


Σήμερα ξεριζώνουνε τα δέντρα

ένα
ένα

ένα
ένα

κομμένα χέρια και μωρά
μ΄οχτώ κεφάλια και μυαλό φονιά.

Πώς να ζήσουν τα παιδιά μας.

Τα ΄πνιξα χθες το βράδυ
να τα σώσω
να τα σώσω
από τη μοίρα τους να σωθούν
από τη μοίρα του χιονιού που πάγωσε
το βυθό
του τίποτα
απαίσιο το τέλος

πεθάναν τα παιδιά μας, στο ΄πα;
εγώ τα σκότωσα και ναι!
τί χαρά!
γίνανε αγγελούδια
με στεφάνι στα μαλλιά τα παιδιά μας
τα παιδιά που ανακούρκουδα έπλαθα.

Πώς σ΄αγαπώ ακόμα πώς
σ΄αγαπώ
ακόμα σ΄αγαπώ

η πεταλούδα μαράθηκε
έσπασα το τζάμι
γυμνώθηκα τα ρούχα μου
το τσιμέντο του πεζοδρομίου
α! τί ωραία νεκροί που είμαστε όλοι εσύ κι εγώ και τα παιδιά μας.

20.11.06

περί πείνας


Κυκλοφόρησε πριν από σχεδόν έναν χρόνο το πρώτο μου βιβλίο. Πρόκειται για ποίηση, η οποία μάλιστα πήρε μερικές συμπαθητικές -και σίγουρα ενθαρρυντικές- κριτικές. Ήταν ένα όνειρο ζωής όλη αυτή η διαδικασία που έζησα. Τη φανταζόμουν από όταν ήμουν μικρή και τη σχεδίαζα. Έβαζα την αδελφή μου να μου παίρνει συνεντεύξεις, όπου ήμουν τάχα μία διάσημη καλλιτέχνιδα.

Όταν έκλεισε ο κύκλος που είχε ανοίξει το συγκεκριμένο βιβλίο, άρχισε και πάλι η αναζήτηση για ένα νέο θέμα, ύφος, κείμενο. Η ανάγκη να ξαναϋπάρξεις, να ξαναέρθεις στο προσκήνιο. Η ανάγκη να σε ξαναγαπήσουν (;).

Αναρωτιέμαι αν χορταίνει ποτέ αυτό που μας τρώει και που μας σπρώχνει να ζητάμε κι άλλα κι άλλα. Το κάθε κείμενο με οδηγεί στο επόμενο. Ο κάθε χαρακτήρας που χτίζω πηγαίνει χέρι χέρι μ΄εκείνον που ακολουθεί, ενώ ταυτοχρόνως συνεισφέρει στη δημιουργία του.

Υπάρχει τέλος; Κι αν υπήρχε, μήπως θα ήταν αυτό η δυστυχία; Μήπως σ' αυτήν την αέναη αγωνία να έχουμε μία θέση σε τούτον τον κόσμο, μήπως εκεί κρύβεται όλη η μαγεία και η δυναμικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης;

15.11.06

Uncovered City



Βρέθηκε σήμερα στα χέρια μου το πρώτο τεύχος της εφημερίδας "Uncovered City". Η εφημερίδα διανέμεται δωρεάν. Με συνεντεύξεις, ρεπορτάζ, άρθρα, κόμικς, μέχρι και ζώδια, είναι μία εφημερίδα γραμμένη και τυπωμένη από μέλη της ομοφυλοφιλικής κοινότητας. Και μόνο το γεγονός ότι μία κίνηση (καλλιτεχνική, δημοσιογραφική κλπ) ξεκινάει από μία ομάδα «διαφορετική», πέρα του όποιου συμβατικού δρόμου, είναι αρκετό για να μου τραβήξει το ενδιαφέρον.
Πρόκειται πράγματι για μία σημαντική προσπάθεια. Ούσα ετεροφυλόφιλη και χωρίς ομοφυλόφιλους ανθρώπους στον κύκλο μου (από ό,τι γνωρίζω τουλάχιστον), θα πρέπει να ομολογήσω ότι μου είναι μακρινά τα όσα ζητήματα αφορούν τον μέσο ομοφυλόφιλο. Εκείνο που με ενώνει μαζί του, όμως, είναι η διαφορετικότητα, η αίσθηση του να μην ανήκεις εκεί που ο χ, ψ, ζ παράγοντας σου υπαγορεύουν και η προσπάθεια να αποδείξεις ότι είσαι «κανονικός» μέσα στη μοναδικότητά σου. Είναι, νομίζω, ένα συναίσθημα που όλοι, μέσα στο ανθρώπινο της φύσης μας, έχουμε με τον ένα ή άλλο τρόπο ζήσει. Χαίρομαι πάντα να ακούω την άλλη άποψη, την άλλη ματιά πάνω στα πράγματα. Και χαίρομαι να μαθαίνω για ζωές, ειδικά όταν αυτές είναι διαφορετικές από τη δική μου.
Με τη λογοτεχνική μου ομάδα ψάχνουμε συχνά σημεία να μας ενώνουν. Η αγάπη για τη γραφή είναι υπεραρκετή, ακόμα κι αν προερχόμαστε από αντιδιαμετρικά σημεία του ορίζοντα.
Το ίδιο ισχύει και με φίλους, την οικογένειά μου, ανθρώπους με τους οποίους έρχομαι σε επαφή. Είμαστε όλοι τόσο διαφορετικοί! Και είναι απίθανα ενδιαφέρον να το εξερευνείς όλο αυτό.
Εύχομαι η προσπάθεια αυτή να έχει καλό ταξίδι. Και εύχομαι να προσθέσει μία ακόμα φωνή στη ζωή όλων μας, οδηγώντας την ίσως λίγο ακόμα πιο κοντά προς την Αλήθεια της ύπαρξης.

13.11.06

Μαθαίνοντας να περπατώ



Υπάρχουν πάντα κάποιοι άνθρωποι στη ζωή μας σημαντικοί. Άνθρωποι που μας απογειώνουν και άλλοι που μας δείχνουν το δρόμο προς τη γη. Ό καθένας από αυτούς έχει τον δικό του τρόπο για να επιδράσει μέσα μας. Ο τρόπος αυτός είναι που θα καθορίσει το πώς εμείς τελικά αντιδρούμε στο ερέθισμα που έρχεται να γαργαλίσει τα άκρα μας και να μας ξεβολέψει.

Χαίρομαι να πετώ στα σύννεφα, αλλά λατρεύω κι εκείνους που με τρυφεράδα με κρατούν προσεκτικά απ΄το χέρι και με βοηθούν να μη χάνομαι στο άπειρο του σύμπαντος. Ίσως αυτό να είναι τελικά οι αδελφές-ψυχές. Χαρούμενος όποιος έχει έστω μία να τον συντροφεύει.

10.11.06

'Ωρες σιωπής



Η σιωπή σου μου ταιριάζει. Κάθεσαι μαλακός στον φαρδύ καναπέ. Ήσυχος και τρυφερός. Όπως σε έψαχνα. Πάντα ο ίδιος. Πάντα ο άντρας μου. Εκείνος που ήξερα να αγαπώ. Γεμίζουν οι αφές μου από τα σημεία του κορμιού σου. Θέλω να μιλήσω για σένα, μα ψάχνω τις λέξεις. Όλα στρογγυλά παντού γύρω μου. Κι εγώ να κουμπώνω σφαλιστά μαζί τους, σαν για να φτιάχτηκα να είμαι εδώ.
Μυρίζω την ανάσα σου βαριά από τα απανωτά τσιγάρα και την απλυσιά και τη λατρεύω που ποτέ πριν δεν την είχα γευτεί να χώνεται στο στόμα μου. Κάπου μακριά θα χιονίζει. Πάντα κάπου χιονίζει. Θα 'θελα να χιονίζει κι εδώ. Να πέφτουν απαλές οι νιφάδες και να ησυχάζει η πόλη να μαζεύονται όλοι στα σπίτια τους.
Ήταν για μένα πάντα το σπίτι η φωλιά. Κάπου να λαχταρώ να βρεθώ, να παύω να φοβάμαι. Μαζί σου φτιάχνω απ΄την αρχή ένα καινούριο σπίτι. Γεμάτο με ανθρώπους. Γεμάτο με ώρες. Ώρες. Ώρες που κυλούν γλιστερές στα ξύλινα πατώματα, ώρες που ενώνονται βαριά και μεθυσμένα τα κορμιά μας, ώρες διακοσμημένες με παιδικά καλτσάκια κοριτσίστικα. Ώρες ζωής αληθινής.

Φοβάμαι. Ξέρω ότι αυτή είναι η δική μου ευτυχία. Φοβάμαι. Την όποια πιθανή ραγισματιά. Έχει η ευτυχία μία τάση με ραγίζει.

(αποσπάσματα χειρογράφου που διαβάζω΄τον τελευταίο καιρό)

8.11.06

9




Περίμενα από καιρό το καινούριο CD του Damien Rice και της Lisa Hannigan. Και να που ήρθε επιτέλους η ώρα να τους απολαύσω.

9.

9. Τόσο απλά. Γαλήνια. Απόκοσμα σχεδόν, ειδικά αν σκεφτώ την φασαρία της καθημερινότητάς μας. Φωνές ήσυχες, όργανα κυρίως ακουστικά, στίχοι απλοί, άμεσοι. Μουσικές που σε καταδιώκουν. Σταματάς για μιαν ανάσα και ξανακοιτάς. Κάτι μαγικό συμβαίνει μέσα σου, βλέπεις αλλιώς την κάθε σου στιγμή. Γυρίζεις πίσω, στην αρχή σου, εκεί που ΝΑΙ ήσουν ακόμα αθώος, ίδιος μωρό τρυφερό γεμάτο γλυκά όνειρα.

Είναι υπέροχο να έχεις την πολυτέλεια να σου περισσεύει ψυχή ώστε να τη φωτίζεις με τέχνη. Δε μπορείς να είσαι ο ίδιος που ήσουν πριν. Έχω πάντα ορθάνοιχτα τα παράθυρά μου για όποιον θέλει να μπει και να ομορφύνει το σπίτι μου. Μόνο έτσι μπορεί κανείς να ζήσει τη ζωή του και να της δώσει κάποιο νόημα. Η τέχνη είναι σίγουρα ένας τρόπος να εισχωρείς σε υπάρξεις μαλακά και ηδονικά. Έτσι την θέλω και έτσι την χρειάζομαι.

Μπορείτε να απολαύσετε ολόκληρο τον καινούριο δίσκο εδώ:
http://www.warnerbrosrecords.com/damienrice/

7.11.06

"On Beauty" - Zadie Smith



Φυσικά, θα πρέπει να είμαι ειλικρινής. Και, για να είμαι ειλικρινής, θα πρέπει να πω ότι εκείνο που με τράβηξε στη Zadie Smith είναι η ομορφιά της. Το δέρμα της έχει εκείνο το μαλακό τόνο μαύρου που έχουν οι μιγάδες. Τα μάτια της είναι μεγάλα, βαθιά, μελαγχολικά. Φοράει συχνά τουρμπάνια σε χρώματα διάφορα, να ταιριάζουν με τα υπόλοιπα ρούχα της. Είναι λάθος να ψάχνεις τις λέξεις ενός συγγραφέα επειδή σε μάγεψε η ομορφιά του;
Έψαξα και βρήκα: η Zadie Smith ξέρει να γράφει. Ξέρει να γράφει μεγάλα, πολυπρόσωπα, πολυδιάστατα, πολυθεματικά μυθιστορήματα. Ξέρει να λέει ιστορίες. Μα πάνω απ΄όλα ξέρει να αγαπάει τους ηρωές της, μικρούς και μεγάλους, πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές. Αγαπάει τους ήρωές της, με τον τρόπο που μια μάνα μπορεί να τιμωρεί και να μαλώνει το παιδί της, λατρεύοντάς το.
Η προσπάθειά της δεν είναι να βρει έναν καινούριο τρόπο να πει μια ιστορία. Αν και σπουδαγμένη και πολυδιαβασμένη, δε φανερώνει κάποια εγκεφαλική προσέγγιση της λογοτεχνίας. Η τέχνη της είναι στην ουσία ο πολυποίκιλος ρυθμός της ζωής, το πώς άνθρωποι και καταστάσεις μπλέκονται, το πώς πλησιάζουν ο ένας τον άλλο για να απομακρυνθούν ξανά κι απ΄την αρχή και πάλι.
Οι ηρωές της δεν είναι καθόλου ηρωικοί. Γεμάτοι ελαττώματα και προτερήματα, λένε και ξε-λένε, κάνουν και ξε-κάνουν, υποστηρίζουν το μεν ή και κάνουν το εντελώς αντίθετό του. Είναι χαοτικά, παράλογα ανθρώπινα όντα. Είναι εντελώς αληθινοί και μέσα από τη θερμή και ταυτοχρόνως ρεαλιστική αλήθεια τους γίνονται άνθρωποι δικοί σου, άνθρωποι της δική σου γειτονιάς και καθημερινότητας.
Η Zadie Smith γεννημένη τον Οκτώβριο του 1975 έχει χαρακτηριστεί ως ένα «παιδί θαύμα» της λογοτεχνίας. Διαφωνώ. Είναι βεβαίως καταπληκτικά τα όσα έχει επιτύχει. Έχει εκδόσει 3 μυθιστορήματα, τα οποία έχουν πουλήσει και μεταφραστεί παγκοσμίως, έχει κερδίσει πάμπολλα λογοτεχνικά βραβεία, το 2003 μπήκε στη λίστα των 20 καλύτερων νέων συγγραφέων του περιοδικού Granta κλπ κλπ κλπ. Όλα αυτά είναι σίγουρα εντυπωσιακά. Αλλά η λογοτεχνία, η τέχνη των λέξεων είναι η μητρική γλώσσα της Zadie Smith. Είναι αυτό για το οποίο γεννήθηκε. Είναι αυτό που είναι.
To τελευταίο της μυθιστόρημα ονομάζεται "On Beauty". Πρόκειται για την ιστορία της σύγκρουσης δύο οικογενειών: οι Kipps και οι Belsey. Οι συντηρητικοί, αυστηροί χριστιανοί, ευγενικοί, ήσυχοι, καθαροί από τη μια και οι αναρχικοί, επαναστατικοί, πολυεθνικοί (λευκός μπαμπάς-μαύρη μαμά), θορυβώδης, βρώμικοι από την άλλη. Δύο κόσμοι αντίθετοι που αναγκάζονται να συνυπάρξουν στο ακαδημαϊκό τοπίο του φανταστικού Wellington στην σύγχρονη Αμερική, λόγω του ότι στο πανεπιστήμιο αυτό διδάσκουν οι δύο πατέραδες/διανοούμενοι/αντίπαλοι. Η αντιπαλότητα και μόνο αρκεί για να τους φέρει κοντά. Πέραν αυτού όμως οι σχέσεις (ερωτικές, φιλικές, συμ-φοιτητικές) που αναπτύσσονται μεταξύ των παιδιών, συζύγων, φίλων, πλάθουν έναν πλήρη κοινωνικό ιστό. Ταυτοχρόνως οι ιστορίες των ανθρώπων αυτών εξελίσσονται σε μία πόλη της σύγχρονης Αμερικής, όπου πρέπει να βρεθεί ένας κάποιος τρόπος για να συνυπάρξουν άνθρωποι που τους διαφοροποιούν το χρώμα, το χρήμα, η σεξουαλικότητα, η ηλικία, η μόρφωση, οι ευκαιρίες, η πολιτική, το φύλο, το πάχος/ή μη κλπ.
Τα ζητήματα της Smith είναι πολλά. Αλλά κυρίως το πώς να μπορεί κανείς να υπάρξει, να είναι ο εαυτός του και ταυτοχρόνως μέλος μίας ομάδας, το να έχει ταυτότητα σταθερή και εξελλισσόμενη την ίδια στιγμή. Το θέμα είναι η αγάπη και πώς αυτή ενώνει και χωρίζει, η πολυπλοκότητά της και η ανάγκη όλων γι' αυτή.
Η Smith είναι πολύ παρατηρητική. Απόδειξη οι δευτερεύοντες χαρακτήρες της που μπορεί να εμφανίζονται μόνο για μία σκηνή και να παίχουν έναν ελάχιστο ρόλο, αλλά που τους θυμάσαι και που θα μπορούσες να τους αναγνωρίσεις αν τους έβλεπες στο δρόμο. Οι μικρές λεπτομέρειες που μας κάνουν τόσο ξεχωριστούς.
Πρόκειται για ένα βιβλίο 400 και άνω σελίδων που όμως δεν ήθελα να τελειώσει. Και πρόκειται για τα ένα από εκείνα τα βιβλία που μπαίνουν στην καρδιά σου. Όχι στο μυαλό σου. Στην καρδιά σου. Και είναι αυτό πιο επικίνδυνο, αλλά και πιο μαγευτικό.

3.11.06

καποτε κατι σπουδαιο

Γράφω καθημερινά. Και διαβάζω. Και βρίσκω πάντοτε πράγματα να μου αρέσουν και άλλα να μου φαίνονται εντελώς χαζά. Φυσικά υπάρχουν και οι εποχές της σιωπής, τότε που είσαι συλλέκτης,αναμένοντας την άνοιξη να σε σπρώξει στο απύθμενου της απαιτητικής λευκής σελίδας. Λέω: «Κάποτε θα έχω γράψει κάτι σπουδαίο». Σπουδαίο για ποιον; Κι άραγε θα αρκεί αυτό το σπουδαίο για να είμαι ευτυχισμένη;

2.11.06

ΜΕΛΟΜΑ

Το ΜΕΛΟΜΑ συναντιέται κάθε Τετάρτη. Το ΜΕΛΟΜΑ αγαπάει τα βιβλία, τις συζητήσεις, τους καφέδες, τις ταβέρνες, το σεξ, τα ταξίδια, τις αναζητήσεις, τους τσακωμούς, την αλληλοβοήθεια, την τέχνη, τη ζωή. Το ΜΕΛΟΜΑ είναι ένα μεγάααααααααααααααλο μέρος της καθημερινότητάς μου. Με έσπρωξε στο δρόμο της λογοτεχνίας. Με έπεισε να εκδόσω τα ποιήματά μοθ. Με έπεισε να ερωτευτώ. Με έπεισε να είμαι η Μax. Το αγαπώ. Και το φροντίζω.

mel8matenies ores

Ξεκινώ σήμερα αυτό το blog. Δε ξέρω πού θα με βγάλει. Ούτε ξέρω που θέλω να με βγάλει. Είναι για μένα ένας τρόπος επικοινωνίας ξεχωριστός, μιας και από παιδί ακόμα μπορούσα μόνο μέσω του γραπτού λόγου να μιλήσω για τα όσα θεωρούσα ουσιαστικά.

Γράφω γιατί απλούστατα δε μπορώ να κάνω διαφορετικά. Γράφω γιατί αυτή είναι η μητρική μου γλώσσα. Τα λοιπά εκφραστικά μέσα μου δώθηκαν για να με βοηθάνε να καταφέρνω να ζω την κάθε μέρα χωρίς να χάνω το μυαλό μου, ενώ η γραφή είναι αυτή που χρωματίζει τη στιγμή μου, που της δίνει μία αξία πέραν των τετριμμένων. Ο έρωτας δεν αρκεί. Ούτε ένα παιδί. Το σώμα θέλει κι άλλο κι άλλο κι άλλο. Η μοναχικότητα της γραφής, εκείνη που κάθεσαι και κλωθογυρίζεις γύρω από το λευκό σου χαρτί με την πένα να σου τρυπάει τα χέρια, εκείνη που σου επιτρέπει να είσαι όχι η γκόμενα κάποιου ή η μάνα κάποιου άλλο, αλλά να είσαι μόνη, αντιμέτωπη με το κενό, εκεί, στο τόπο αυτό, κάτι μαγικό γίνεται, κάτι ερεθιστικό και εθιστικό ταυτόχρονα, κάτι που αν το οσμηστείς μακριά του δε μπορείς πια να είσαι πλήρης και μεστή. Η μέθη του να χάνεσαι στις ίδιες σου τις λέξεις, να παλεύεις μαζί τους, να αποτυγχάνεις, να μένει πάντα ανύποτο εκείνο που παλλόταν μέσα σου η μέθη η μέθη η μέθη αυτή η τόσο οργασμική που ξεχνάς το κορμί σου τους πόνους τις χαρές την ταυτότητά σου η μέθη αυτή μου χρειάζεται όσο και το οξυγόνο, το σπέρμα, η το κλάμμα ενός μωρού.

Θυμάμαι ένα ποίημα του Appolinaire που έλεγε για κάποιους τύπους που στέκονταν στην άκρη ενός βράχου και που άρχιζαν μεμιάς να πετούν όταν ο αφηγητής που έσπρωχνε να πέσουν στο κενό. Αυτή η ηδονή είναι για μένα η γραφή.

Θα έγραφα χωρίς να εκδόσω; Το έκανα επί πολλά χρόνια, από μωρό παιδί σχεδόν. Από τότε που με ραβασάκια έλεγα όσα δεν άντεχε ο προφορικός λόγος. Αλλά τώρα πια μεγάλωσα, έγινα γυναίκα. Μαζί μου μεγάλωσαν και οι φιλοδοξίες μου, οι ελπίδες μου. Ή ίσως απλούστατα τα ανακάλυψα επιτέλους το «τί θέλω να γίνω». Και όχι μόνο το ανακάλυψα αλλά δε φοβάμαι να το εκφράσω δημοσίως, να το υποστηρίξω, να το διεκδικήσω. Όσοι με εμποδίζουν, σύντομα βρίσκουν την πόρτα μου κλειστή. Όσοι με ανέχονται είναι άνθρωποι που περιδιαβαίνουν στο σπίτι μου.

Υπάρχουν όμως και κάποιοι που συμμετέχουν ουσιαστικά στην προσπάθεια αυτή. Έχω την τύχη να τους συναντώ κάθε απόγευμα Τετάρτης σε διάφορα καφενεία και εστιατόρια των Αθηνών. Όσο τρεκλίζοντας κι αν ξεκίνησαν οι συνευρέσεις αυτές, τόσο σταθερές έχουν πια γίνει. Τους χρειάζομαι αυτούς τους ανθρώπους. Με κάνουν να κερδίζω χρόνο, να ξεκαθαρίζω ταχύτερα το τοπίο, με στηρίζουν ψυχολογικά και λογοτεχνικά, είναι οι δικοί μου άνθρωποι. Θα τους έλεγα συντρόφους, συνοδοιπόρους, συν-κολυμβητές. Τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, μα με μια κοινή αγάπη, ικανή να γκρεμίσει τα όσα τους χωρίζουν. Ίσως τελικά να είναι αλήθεια εκείνο που λένε ότι μπορείς να δεθείς με όποιον αγαπάει με πάθος, εκείνο που κι εσένα σε συγκλονίζει.

Το ΜΕΛΟΜΑ υπάρχει πια πάνω από δύο χρόνια. Με πορεία αργή μα ανωδική, τόσο σε ομαδικό, όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Με προσπάθειες επιτυχημένες και αποτυχημένες. Με όνειρα. Με ελπίδες. Με αλληλοσεβασμό. Με «χαρά για τη χαρά σου» και «λύπη για τη λύπη σου». Με δύσκολες φάσεις, με μέλη να ζουν μακριά από την ομάδα, με μέλη να αναγκάζονται να ισορροπήσουν ανάμεσα στις διάφορες υποχρεώσεις της καθημερινότητας.

Το ΜΕΛΟΜΑ υπάρχει. Μία ομαδική προσπάθεια σε καιρούς ατομοκεντρικούς. Το ΜΕΛΟΜΑ είναι η Γιτς, ο ΚΑΡ, η ΚΑΤ, η ΜαΤσο, η boggy, ο Σαλουτάκης, η Σόνια, η Μαξ. Το ΜΕΛΟΜΑ είναι «η ιστορία που γράφουν οι παρέες».



Υ.Σ. το ποίημα του Appolinaire( στα αγγλικά):

Come to the edge he said.
They said We are afraid.
Come to the edge he said.
They came.
He pushed them....and they flew.