Την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου διοργανώνεται στο ΜΕΤΡΟ του Συντάγματος του φεστιβάλ νέων καλλιτεχνών. ΕΙΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ ΜΙΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ!!!! Είναι απίστευτη η χαρά του να ανήκεις σε ένα γκρουπ του οποίου από πάντα ήθελες να γίνεις μέλος.
Κοινοτυπία μεν, αλλά ναι είμαστε πολύ παράξενα όντα οι άνθρωποι. Είναι τόσο περίεργος ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τις καταστάσεις και τις χειριζόμαστε. Εννοώ ότι η χαρά της αίσθησης ότι είμαι αποδεκτή από ένα φεστιβάλ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ παγώνει μπροστά στα διάφορα υπαρξιακά ερωτήματα που μανικά φυτρώνουν στο νου μου.
Γεννιόμαστε. Έτσι ξεκινάνε όλα για όλους. Γεννιόμαστε, όπως γεννήθηκαν οι γονείς μας και οι γονείς αυτών και οι γονείς αυτών. Όσο πίσω κι αν πάμε, όλα ξεκινάνε με το που γεννιόμαστε. Και όσο μπροστά και αν πάμε, όλα έτσι θα ξεκινάνε. Όπου αν κοιτάξουμε, μέσα μας, έξω μας, δίπλα μας, στη γη, στον ουρανό, στο Σύμπαν, αυτή είναι η αρχή των πάντων. Γεννιόμαστε.
Γεννιόμαστε. Και είμαστε πολύ τυχεροί, μιας και οι γονείς μας αγαπιούνται. Για να είμαστε ακριβείς, είναι τρελά ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλον. Γνωρίστηκαν πριν από λίγο καιρό. Στην αρχή έβγαιναν ραντεβού, μετά φιλιόντουσαν και μετά έκαναν έρωτα. Μετά νοικιάσανε ένα σπίτι για να μείνουνε μαζί. Και, εκεί που δεν το περιμένανε, αρχίσαμε να τους λείπουμε, παρ΄ όλο που ποτέ δε μας είχαν, οπότε αποφάσισαν ότι μας ήθελαν. Έτσι, έβαλαν μπρος για να μας αποκτήσουν. Και να ΄μαστε τώρα εδώ!
Είμαστε το ευτυχές αποτέλεσμα της ηδονικής ένωσης δύο ζουμερών κορμιών, τα οποία λαχταρούν να χάνονται το ένα μέσα στο άλλο, όσο πιο συχνά γίνεται. Ταιριάζουν απόλυτα μεταξύ τους. Έχουν φτιαχτεί για να χωράει το άλλο. Έχουν φτιαχτεί για να μην αντέχει το ένα μακριά από το άλλο.
Είμαστε εκείνο το χαρούμενο μαθηματικό σφάλμα, όπου αθροίζοντας ένα κι ένα παίρνουμε πάλι ένα. Υπάρχει η πιθανότητα να πάρουμε και δύο ή τρία ή και παραπάνω, αλλά αυτή η μη απόλυτη προβλεψιμότητα αρκεί από μόνη της, για να ακυρώσει τους γνωστούς κανόνες της αριθμητικής.
Αν δεν πάρουμε ούτε ένα, ούτε δύο, ούτε τρία, αλλά παραπάνω, τότε ξαφνικά γινόμαστε υπερβολικά πολλοί, μιας και -προτού καν το αντιληφθούμε- γεμίζουν το δωμάτιό μας οι τηλεοπτικές κάμερες και οι φωτογραφικοί φακοί των δημοσιογράφων, οι οποίοι μας αποθανατίζουν λέγοντας μ΄ ένα χαζούλι χαμογελάκι στο πρόσωπό τους: «Δες τί γλυκούλια που είναι!».
Τον καιρό που ζούσαμε στη υγρή μήτρα, δεν είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε και πολλά πράγματα. Χαλαρώναμε. Είμασταν ήσυχοι, ότι τα είχε αναλάβει όλα η Φύση. Χωρίς να χρειαστεί καν να το προσπαθήσουμε, αποκτούσαμε χέρια, πόδια, συκώτι, τρίχες, νύχια, μυαλό, βλεφαρίδες (όχι απαραίτητα μ΄αυτή τη σειρά).
Και ξάφνου ήρθε η ώρα να τα σβήσουμε από τη μνήμη μας όλα αυτά, μιας και τραβούν έξω, αναγκάζοντάς μας να εγκαταλείψουμε τον κόσμο μας. Κανείς δε μας έχει προετοιμάσει γι΄αυτήν την εμπειρία. Νομίζαμε ότι είχαμε πια κατακτήσει όλη τη διαθέσιμη γνώση πάνω στο ζήτημα που λέγεται «ζωή». Προφανώς, κάναμε λάθος.
Κλαίμε τρομαγμένοι. Για να είμαστε ειλικρινείς, ουρλιάζουμε, δεν κλαίμε. Την εποχή που κατοικούσαμε στη μήτρα δεν κλαίγαμε. Είναι μία ικανότητα που αποκτούμε με το που γλυστράμε, για να βγούμε σ΄αυτόν τον παράξενο, νέο κόσμο.
Μας διαβεβαιώνουν ότι αυτό είναι ένα άριστο σημάδι, μιας και υποδεικνύει πως είμαστε υγιείς. Μας κόβουν τον ομφάλιο λώρο, αλλά δεν πονάμε καθόλου· περισσότερο κρυώνουμε. Είμαστε μπλε. Και είμαστε και ζουπηγμένοι παντού. Στην προηγούμενη ζωή μας, δεν είχαμε ούτε αποχρώσεις, ούτε πιέσεις.
Κλαίμε συνέχεια και είμαστε σχεδόν άσχημοι. Μας λένε βέβαια ότι είμαστε όμορφοι, αλλά δεν το πιστεύουμε έτσι εύκολα. Όταν κολυμπούσαμε πανάλαφροι μέσα στη μήτρα είμασταν οι πιο όμορφοι. Είχαμε μάλιστα πάρει και βραβείο, αν και ο συναγωνισμός ήταν περιορισμένος. Ήταν βέβαιο ότι θα κερδίζαμε εμείς.
Μας ακουμπούν προσεκτικά στο φρέσκο στήθος μίας γυναίκας. Είναι η μαμά μας. Ίσα που προλαβαίνουμε να της ρίξουμε μία ματιά με τα θολωμένα μάτια μας. Πάντως καταφέρνουμε να δούμε τα δόντια της. Μας χαμογελάει και μας χαϊδεύει ελαφριά στο κεφάλι. Να κάτι δεν είχαμε στην προηγούμενη ζωή: χαμόγελα και χάδια. Μας πηγαίνουν αμέσως για πλύσιμο. Και μετά ύπνος.
Όταν ξυπνάμε είμαστε κιόλας στο σπίτι μας. Μεγαλώνουμε γρήγορα. Το γάλα της μαμάς είναι πολύ νόστιμο. Κυλάει στην άκρη απ΄ τα χείλη μας, αλλά μας σκουπίζουν γρήγορα-γρήγορα για να μη λερωθεί το φορμάκι μας. Μας αρέσει να νιώθουμε τη ζεστασιά από το δέρμα της μαμάς, καθώς το μάγουλό μας ακουμπάει πάνω του. Και μας αρέσει και η γλυκιά μυρωδιά της.
Ανυπομονούμε πότε θα έρθει και πάλι η ώρα για να μας ταϊσουν. Βάζουμε τις φωνές, άμα αργούν. Στη στιγμή, εμφανίζεται τότε η μαμά μας -μερικές φορές και ο μπαμπάς μας- πάνω απ΄την κούνια μας, για να μας παρηγορήσει, χώνοντας το μπιμπερό στο στόμα μας.
Δε μας αρέσει μόνο το γάλα. Μας αρέσει και το χαμομήλι. Μας αρέσουν και οι κρέμμες, ειδικά εκείνες που περιέχουν κολοκύθι ή μήλο. Μας αρέσει και η μπανάνα, αλλά όχι τόσο πολύ. Το χειρότερό μας είναι το κοκκινιστό κρέας. Χρειάζεται να μας πιέσουν για να το φάμε. Συνήθως το φτύνουμε στη σαλιάρα μας.
Προσπαθούμε να μην ξυπνάμε τη νύχτα. Αλλά να που, χωρίς να το θέλουμε, μας έρχεται να κάνουμε τα τσίσα μας ή τα κακά μας. Δε μπορούμε να κρατηθούμε. Πασχίζουμε να τα καταφέρουμε, αλλά κάθε φορά αποτυγχάνουμε. Αφήνουμε τη φούσκα ή το έντερό μας να ελευθερωθούν και αρχίζουμε να ουρλιάζουμε.
Σύντομα μαθαίνουμε να μπουσουλάμε. Σερνόμαστε σε όλο το σπίτι. Με τα γόνατα και τις παλάμες μας καθαρίζουμε τη σκόνη. Τώρα φτάνουμε τα παιχνίδια μας μόνοι μας. Δε χρειαζόμαστε τη βοήθεια κανενός. Είμαστε οι κυρίαρχοι του βασιλείου μας. Δυστυχώς, δεν ξέρουμε ακόμα να κάνουμε όπισθεν. Γι΄αυτό κλαίμε, οπότε έρχεται αμέσως η κυρία που μας φυλάει και μας αγκαλιάζει, λέγοντας: «Τί έγινε πάλι, βρε μωρουλίνι; Τί έπαθες, αγαπούλα μου;»
Αφού κάνουμε το μπουσούλημα δεύτερη φύση μας, αποφασίζουμε ότι έχει έρθει πια ο καιρός να σηκωθούμε στα δύο πόδια. Περπατάμε λοιπόν, αν και, κυρίως, πέφτουμε. Θίγεται ο εγωισμός μας, μα μόνο για λίγο. Φτάνει η μέρα που τα καταφέρνουμε με άνεση.
Τώρα να δεις πόση λίγη βοήθεια χρειαζόμαστε! Είμαστε πάντοτε πανέτοιμοι για νέες εξερευνήσεις. Ανεβαίνουμε σε καναπέδες και σε καρέκλες και σε τραπέζια και στο κρεβάτι μας. Σκαρφαλώνουμε στα συρτάρια του σύνθετου, για να κατεβάσουμε το κουρδιστό πιανάκι μας, που το έβαλαν εκεί μπας και «ησυχάσουν λίγο τ΄ αυτιά μας!». Τρέχουμε για να πιάσουμε τη μπάλα μας, χορεύουμε για να μας κινηματογραφήσουν, ανοίγουμε τα πόδια για να περάσει από κάτω το σκυλί του παππού και να βάλουμε όλοι τα γέλια.
Έχουμε αργήσει λιγάκι να μάθουμε να μιλάμε. Γι΄αυτό μας πάνε στο γιατρό, ο οποίος συμβουλεύει τους γονείς μας, να μην ανησυχούν, μιας και όλα είναι στα πλαίσια του φυσιολογικού. «Ο καθένας έχει τους ρυθμούς του». Όταν ψελλίζουμε την πρώτη μας συλλαβή, μας ικετεύουν με εναγώνια χαρά να την επαναλάβουμε, για να μας ηχογραφήσουν. «Τελικά, είχε δίκιο ο γιατρός», λένε όλοι και αποφασίζουν να τον καλέσουν για φαγητό την Κυριακή το μεσημέρι.
Τον ξέρουμε καλά τον γιατρό. Μας πηγαίνουν συχνά σ΄αυτόν. Άλλοτε είναι γυναίκα και άλλοτε είναι άντρας. Είναι παντρεμένοι και έχουν μαζί το ιατρείο τους. Μας εξετάζει όποιος από τους δύο είναι ελεύθερος. Δεν αρρωσταίνουμε συχνά, αλλά χρειαζόμαστε ούτως ή άλλως εμβόλια και τακτικούς ελέγχους βάρους και ύψους.
Κάθε φορά μας δίνει να γλύψουμε μία καραμέλα ή ένα γλυφιτζούρι. Μας επιτρέπει να διαλέξουμε τί από τα δύο προτιμάμε. Κατά βάθος θα θέλαμε και τα δύο, αλλά ξέρουμε ότι θα μας μαλώσουν όταν πάμε στο σπίτι, οπότε επιλέγουμε ένα και λέμε ευγενικά «ευχαριστώ».
Όμως η ζωή μας είναι πάρα πολύ κουραστική. Υπερβολικά κουραστική μερικές φορές. Όλο μας υποχρεώνουν να μαθαίνουμε πράγματα. Να μην τα κάνουμε πάνω μας. Να κοιμόμαστε νωρίς το βράδυ και να ξυπνάμε αργά το πρωί Να κρατάμε πάντα ένα πιατάκι κάτω από το μπισκότο που μασουλάμε. Να μη λερώνουμε τα ρούχα μας. Να μη χαλάμε τα παιχνίδια μας. Να τρώμε μόνοι μας το φαγητό μας. Να πλένουμε τα δόντια μας.
Εκτός όμως από κουραστική, είναι και πολύ ωραία η ζωή μας. Γρήγορα ξέρουμε να ξεχωρίζουμε το κόκκινο από το κίτρινο, τη μύτη από τη φτέρνα, το Α από το Β, το 1 από το 5. Είμαστε καταπληκτικοί τραγουδιστές· καθηλώνουμε τους πάντες με τις φωνητικές μας ικανότητες. Έχουμε μάθει να κρατάμε ξυλομπογιές και γεμίζουμε άπειρα χαρτιά με άπειρα πράγματα, από αυτά που φτιάχνει η φαντασία μας ή από αυτά που βλέπουμε γύρω μας. Όταν μας βλέπουν να παίζουμε, λένε ότι σίγουρα θα ασχοληθούμε με τον αθλητισμό, όταν θα μεγαλώσουμε· είμαστε κινητικοί, δυνατοί, εύκαπτοι.
Του χρόνου θα μας στείλουν στο νηπιαγωγείο. Ήδη έχουν ψάξει οι γονείς μας και μας έχουν βρει ένα, εδώ κοντά στο σπίτι μας. Θα μας πηγαίνει η γιαγιά, με τα πόδια. Δε θα χρειάζεται να παίρνουμε το κίτρινο σχολικό με τις ροζ φραουλίτσες, αν και θα μας άρεσε πολύ μία πρωινή βόλτα μαζί με τα άλλα παιδιά. Ανυπομονούμε. Αλλά φοβόμαστε κιόλας· πολύ λίγο.
Είναι ο φόβος μπροστά στην αίσθηση του ό,τι μάλλον βρίσκω στον -για μένα σωστό δρόμο. Είναι η ύβρις.