για "τί"
Ψάχνω να βρω για τί γράφω. Όχι «γιατί», αλλά για «τί». Ποιο είναι εκείνο το ζήτημα/τράνταγμα/λαχτάρισμα που άγρια με τραβά από την γαλήνια καθημερινότητά μου και με καθίζει μπροστά στο κενό. Ποιο είναι εκείνο που πρέπει να κοινωνήσω, που απλούστατα δεν αντέχω να κρατήσω μυστικό, που θεωρώ ζωτική ανάγκη να μεταδώσω σε αγνώστους; «Τί είναι αυτό που θέλεις να μας πεις με αυτό το παραμύθι;», ρώτησε η παλιά δασκάλα μου αφήγησης παραμυθιού μία καινούρια της μαθήτρια και φίλη μου. «Τί είναι αυτό που θέλεις να μας πεις;».
Κοιτάζοντας στο σύνολό του το έργο ενός καλλιτέχνη, μπορεί κανείς να πει ότι ίσως ακολουθεί -συνειδητά ή μη- μία συγκεκριμένη στάση γραφής. Αυτή φανερώνεται από τα όσα επιλέγει να φωτίσει μέσω του έργου του. Κανείς δε γράφει για τα πάντα. Όλοι επιλέγουν. Όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη ζωή, αξιολογούμε πράγματα και καταστάσεις στα οποία αξίζει να δωθούμε.
Ωστόσο χαρακτηρισμοί όπως «ποιητής του Αιγαίου» ή «Εθνικός ποιητής» μάλλον περιορίζουν τους εκάστοτε δημιουργούς. Και πάλι συμβαίνει όπως στην υπόλοιπη ζωή, ο καθένας μας δηλαδή έχει πολλές, συχνά αντικρουόμενες πλευρές μέσα του. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί την εξέλιξη του Ρεμπώ;
Λοιπόν, «τί είναι αυτό που θέλεις να μας πεις;». Δεν ξέρω. Είναι νωρίς να πω. Ξέρω όμως ότι πρέπει να μιλήσω. Και ξέρω ποια γλώσσα θέλω να χρησιμοποιώ.
Επέλεξα δυο ποιήματά μου να δείξω εδώ. Ενδεικτικά αυτού που υπήρξα -νομίζω. Πώς θα εξελιχθώ στο μέλλον κανείς δε γνωρίζει.
-----------------------------------------------------------------
Ένα Δελφίνι
Ένα δελφίνι νεαρό
χώθηκε στα κοιλώματά μου
απαλά, πολύ απαλά
γλίστρησε
πύρωσαν μπούκλες τα μαλλιά
πύκνωσε γαλάζια η ματιά
χορός μυτερός
το δελφίνι
μέσα μου
κυματισμοί λυγερόκορμοι σφιχτοί
ανάσες γυαλισμένες φρέσκες
πρόσφερα γενναιόδωρα την πρωινή μου θάλασσα
και το δελφίνι γελαστό
τη γέμισε αστερίες.
-----------------------------------------------------------------
Ερώμαι III
Σήμερα ξεριζώνουνε τα δέντρα
ένα
ένα
ένα
ένα
κομμένα χέρια και μωρά
μ΄οχτώ κεφάλια και μυαλό φονιά.
Πώς να ζήσουν τα παιδιά μας.
Τα ΄πνιξα χθες το βράδυ
να τα σώσω
να τα σώσω
από τη μοίρα τους να σωθούν
από τη μοίρα του χιονιού που πάγωσε
το βυθό
του τίποτα
απαίσιο το τέλος
πεθάναν τα παιδιά μας, στο ΄πα;
εγώ τα σκότωσα και ναι!
τί χαρά!
γίνανε αγγελούδια
με στεφάνι στα μαλλιά τα παιδιά μας
τα παιδιά που ανακούρκουδα έπλαθα.
Πώς σ΄αγαπώ ακόμα πώς
σ΄αγαπώ
ακόμα σ΄αγαπώ
η πεταλούδα μαράθηκε
έσπασα το τζάμι
γυμνώθηκα τα ρούχα μου
το τσιμέντο του πεζοδρομίου
α! τί ωραία νεκροί που είμαστε όλοι εσύ κι εγώ και τα παιδιά μας.
Κοιτάζοντας στο σύνολό του το έργο ενός καλλιτέχνη, μπορεί κανείς να πει ότι ίσως ακολουθεί -συνειδητά ή μη- μία συγκεκριμένη στάση γραφής. Αυτή φανερώνεται από τα όσα επιλέγει να φωτίσει μέσω του έργου του. Κανείς δε γράφει για τα πάντα. Όλοι επιλέγουν. Όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη ζωή, αξιολογούμε πράγματα και καταστάσεις στα οποία αξίζει να δωθούμε.
Ωστόσο χαρακτηρισμοί όπως «ποιητής του Αιγαίου» ή «Εθνικός ποιητής» μάλλον περιορίζουν τους εκάστοτε δημιουργούς. Και πάλι συμβαίνει όπως στην υπόλοιπη ζωή, ο καθένας μας δηλαδή έχει πολλές, συχνά αντικρουόμενες πλευρές μέσα του. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί την εξέλιξη του Ρεμπώ;
Λοιπόν, «τί είναι αυτό που θέλεις να μας πεις;». Δεν ξέρω. Είναι νωρίς να πω. Ξέρω όμως ότι πρέπει να μιλήσω. Και ξέρω ποια γλώσσα θέλω να χρησιμοποιώ.
Επέλεξα δυο ποιήματά μου να δείξω εδώ. Ενδεικτικά αυτού που υπήρξα -νομίζω. Πώς θα εξελιχθώ στο μέλλον κανείς δε γνωρίζει.
-----------------------------------------------------------------
Ένα Δελφίνι
Ένα δελφίνι νεαρό
χώθηκε στα κοιλώματά μου
απαλά, πολύ απαλά
γλίστρησε
πύρωσαν μπούκλες τα μαλλιά
πύκνωσε γαλάζια η ματιά
χορός μυτερός
το δελφίνι
μέσα μου
κυματισμοί λυγερόκορμοι σφιχτοί
ανάσες γυαλισμένες φρέσκες
πρόσφερα γενναιόδωρα την πρωινή μου θάλασσα
και το δελφίνι γελαστό
τη γέμισε αστερίες.
-----------------------------------------------------------------
Ερώμαι III
Σήμερα ξεριζώνουνε τα δέντρα
ένα
ένα
ένα
ένα
κομμένα χέρια και μωρά
μ΄οχτώ κεφάλια και μυαλό φονιά.
Πώς να ζήσουν τα παιδιά μας.
Τα ΄πνιξα χθες το βράδυ
να τα σώσω
να τα σώσω
από τη μοίρα τους να σωθούν
από τη μοίρα του χιονιού που πάγωσε
το βυθό
του τίποτα
απαίσιο το τέλος
πεθάναν τα παιδιά μας, στο ΄πα;
εγώ τα σκότωσα και ναι!
τί χαρά!
γίνανε αγγελούδια
με στεφάνι στα μαλλιά τα παιδιά μας
τα παιδιά που ανακούρκουδα έπλαθα.
Πώς σ΄αγαπώ ακόμα πώς
σ΄αγαπώ
ακόμα σ΄αγαπώ
η πεταλούδα μαράθηκε
έσπασα το τζάμι
γυμνώθηκα τα ρούχα μου
το τσιμέντο του πεζοδρομίου
α! τί ωραία νεκροί που είμαστε όλοι εσύ κι εγώ και τα παιδιά μας.


1 σχόλια:
Μερικές φορές είναι καλύτερα να μην έχεις όλες τις απαντήσεις.
Δημοσίευση σχολίου
Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]
<< Αρχική σελίδα