ποιήσεις

Μαίρη Αλεξοπούλου

Η Φωτό Μου
Όνομα:

29.11.06

Λέσχες ανάγνωσης

Ξεκίνησε από το ΕΚΕΒΙ μια δυναμική κίνηση προς τη δημιουργία Λεσχών Ανάγνωσης σε όλη την Ελλάδα, σε όπου πόλη και χωριό υπάρχουν άνθρωποι να αναζητούν άλλους ανθρώπους να μοιραστούν τα αναγνωστικά τους ενδιαφέροντα. Μια ενδιαφέρουσα πρόταση, με τελικό στόχο την αύξηση του αναγνωστικού κοινού.

Είναι αλήθεια ότι κι εγώ επί χρόνια διάβαζα για τέτοιες προσπάθειες στο εξωτερικό και τις ζήλευα και έλεγα «θέλω κι εγώ να είμαι μέλος μίας τέτοιας ομάδας. Θέλω κάποιον να του λέω για ένα καταπληκτικό βιβλίο που διάβασα ή για ένα άλλο που με απογοήτευσε και θέλω αυτός ο κάποιος να με καταλαβαίνει, να καταλαβαίνει την αγωνία μου, τη λαχτάρα μου γι' αυτόν τον αέρα που ονομάζεται τέχνη.» Και είναι αλήθεια πως η ομάδα στην οποία εδώ και 3 χρόνια ανήκω με έσπρωξε, με στήριξε, με έκανε να δω πιο σοβαρά το θέμα «λογοτεχνία».

Δεν ξέρω αν οι Λέσχες Ανάγνωσης θα προχωρήσουν, αν θα δημιουργήσουν ένα νέο ρεύμα, μία ουσιαστική/παρεμβατική παρουσία στο ελληνικό λογοτεχνικό τοπίο. Χαίρομαι όμως που επιτέλους βγαίνουμε από την ιερότητα του βιβλίου, για να το κάνουμε αντικείμενο της καθημερινότητάς μας, «φιλικό προς το χρήστη».

23.11.06

για "τί"

Ψάχνω να βρω για τί γράφω. Όχι «γιατί», αλλά για «τί». Ποιο είναι εκείνο το ζήτημα/τράνταγμα/λαχτάρισμα που άγρια με τραβά από την γαλήνια καθημερινότητά μου και με καθίζει μπροστά στο κενό. Ποιο είναι εκείνο που πρέπει να κοινωνήσω, που απλούστατα δεν αντέχω να κρατήσω μυστικό, που θεωρώ ζωτική ανάγκη να μεταδώσω σε αγνώστους; «Τί είναι αυτό που θέλεις να μας πεις με αυτό το παραμύθι;», ρώτησε η παλιά δασκάλα μου αφήγησης παραμυθιού μία καινούρια της μαθήτρια και φίλη μου. «Τί είναι αυτό που θέλεις να μας πεις;».

Κοιτάζοντας στο σύνολό του το έργο ενός καλλιτέχνη, μπορεί κανείς να πει ότι ίσως ακολουθεί -συνειδητά ή μη- μία συγκεκριμένη στάση γραφής. Αυτή φανερώνεται από τα όσα επιλέγει να φωτίσει μέσω του έργου του. Κανείς δε γράφει για τα πάντα. Όλοι επιλέγουν. Όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη ζωή, αξιολογούμε πράγματα και καταστάσεις στα οποία αξίζει να δωθούμε.

Ωστόσο χαρακτηρισμοί όπως «ποιητής του Αιγαίου» ή «Εθνικός ποιητής» μάλλον περιορίζουν τους εκάστοτε δημιουργούς. Και πάλι συμβαίνει όπως στην υπόλοιπη ζωή, ο καθένας μας δηλαδή έχει πολλές, συχνά αντικρουόμενες πλευρές μέσα του. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί την εξέλιξη του Ρεμπώ;

Λοιπόν, «τί είναι αυτό που θέλεις να μας πεις;». Δεν ξέρω. Είναι νωρίς να πω. Ξέρω όμως ότι πρέπει να μιλήσω. Και ξέρω ποια γλώσσα θέλω να χρησιμοποιώ.

Επέλεξα δυο ποιήματά μου να δείξω εδώ. Ενδεικτικά αυτού που υπήρξα -νομίζω. Πώς θα εξελιχθώ στο μέλλον κανείς δε γνωρίζει.

-----------------------------------------------------------------

Ένα Δελφίνι

Ένα δελφίνι νεαρό
χώθηκε στα κοιλώματά μου
απαλά, πολύ απαλά

γλίστρησε

πύρωσαν μπούκλες τα μαλλιά
πύκνωσε γαλάζια η ματιά

χορός μυτερός
το δελφίνι
μέσα μου

κυματισμοί λυγερόκορμοι σφιχτοί
ανάσες γυαλισμένες φρέσκες

πρόσφερα γενναιόδωρα την πρωινή μου θάλασσα
και το δελφίνι γελαστό
τη γέμισε αστερίες.

-----------------------------------------------------------------

Ερώμαι III


Σήμερα ξεριζώνουνε τα δέντρα

ένα
ένα

ένα
ένα

κομμένα χέρια και μωρά
μ΄οχτώ κεφάλια και μυαλό φονιά.

Πώς να ζήσουν τα παιδιά μας.

Τα ΄πνιξα χθες το βράδυ
να τα σώσω
να τα σώσω
από τη μοίρα τους να σωθούν
από τη μοίρα του χιονιού που πάγωσε
το βυθό
του τίποτα
απαίσιο το τέλος

πεθάναν τα παιδιά μας, στο ΄πα;
εγώ τα σκότωσα και ναι!
τί χαρά!
γίνανε αγγελούδια
με στεφάνι στα μαλλιά τα παιδιά μας
τα παιδιά που ανακούρκουδα έπλαθα.

Πώς σ΄αγαπώ ακόμα πώς
σ΄αγαπώ
ακόμα σ΄αγαπώ

η πεταλούδα μαράθηκε
έσπασα το τζάμι
γυμνώθηκα τα ρούχα μου
το τσιμέντο του πεζοδρομίου
α! τί ωραία νεκροί που είμαστε όλοι εσύ κι εγώ και τα παιδιά μας.

20.11.06

περί πείνας


Κυκλοφόρησε πριν από σχεδόν έναν χρόνο το πρώτο μου βιβλίο. Πρόκειται για ποίηση, η οποία μάλιστα πήρε μερικές συμπαθητικές -και σίγουρα ενθαρρυντικές- κριτικές. Ήταν ένα όνειρο ζωής όλη αυτή η διαδικασία που έζησα. Τη φανταζόμουν από όταν ήμουν μικρή και τη σχεδίαζα. Έβαζα την αδελφή μου να μου παίρνει συνεντεύξεις, όπου ήμουν τάχα μία διάσημη καλλιτέχνιδα.

Όταν έκλεισε ο κύκλος που είχε ανοίξει το συγκεκριμένο βιβλίο, άρχισε και πάλι η αναζήτηση για ένα νέο θέμα, ύφος, κείμενο. Η ανάγκη να ξαναϋπάρξεις, να ξαναέρθεις στο προσκήνιο. Η ανάγκη να σε ξαναγαπήσουν (;).

Αναρωτιέμαι αν χορταίνει ποτέ αυτό που μας τρώει και που μας σπρώχνει να ζητάμε κι άλλα κι άλλα. Το κάθε κείμενο με οδηγεί στο επόμενο. Ο κάθε χαρακτήρας που χτίζω πηγαίνει χέρι χέρι μ΄εκείνον που ακολουθεί, ενώ ταυτοχρόνως συνεισφέρει στη δημιουργία του.

Υπάρχει τέλος; Κι αν υπήρχε, μήπως θα ήταν αυτό η δυστυχία; Μήπως σ' αυτήν την αέναη αγωνία να έχουμε μία θέση σε τούτον τον κόσμο, μήπως εκεί κρύβεται όλη η μαγεία και η δυναμικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης;

15.11.06

Uncovered City



Βρέθηκε σήμερα στα χέρια μου το πρώτο τεύχος της εφημερίδας "Uncovered City". Η εφημερίδα διανέμεται δωρεάν. Με συνεντεύξεις, ρεπορτάζ, άρθρα, κόμικς, μέχρι και ζώδια, είναι μία εφημερίδα γραμμένη και τυπωμένη από μέλη της ομοφυλοφιλικής κοινότητας. Και μόνο το γεγονός ότι μία κίνηση (καλλιτεχνική, δημοσιογραφική κλπ) ξεκινάει από μία ομάδα «διαφορετική», πέρα του όποιου συμβατικού δρόμου, είναι αρκετό για να μου τραβήξει το ενδιαφέρον.
Πρόκειται πράγματι για μία σημαντική προσπάθεια. Ούσα ετεροφυλόφιλη και χωρίς ομοφυλόφιλους ανθρώπους στον κύκλο μου (από ό,τι γνωρίζω τουλάχιστον), θα πρέπει να ομολογήσω ότι μου είναι μακρινά τα όσα ζητήματα αφορούν τον μέσο ομοφυλόφιλο. Εκείνο που με ενώνει μαζί του, όμως, είναι η διαφορετικότητα, η αίσθηση του να μην ανήκεις εκεί που ο χ, ψ, ζ παράγοντας σου υπαγορεύουν και η προσπάθεια να αποδείξεις ότι είσαι «κανονικός» μέσα στη μοναδικότητά σου. Είναι, νομίζω, ένα συναίσθημα που όλοι, μέσα στο ανθρώπινο της φύσης μας, έχουμε με τον ένα ή άλλο τρόπο ζήσει. Χαίρομαι πάντα να ακούω την άλλη άποψη, την άλλη ματιά πάνω στα πράγματα. Και χαίρομαι να μαθαίνω για ζωές, ειδικά όταν αυτές είναι διαφορετικές από τη δική μου.
Με τη λογοτεχνική μου ομάδα ψάχνουμε συχνά σημεία να μας ενώνουν. Η αγάπη για τη γραφή είναι υπεραρκετή, ακόμα κι αν προερχόμαστε από αντιδιαμετρικά σημεία του ορίζοντα.
Το ίδιο ισχύει και με φίλους, την οικογένειά μου, ανθρώπους με τους οποίους έρχομαι σε επαφή. Είμαστε όλοι τόσο διαφορετικοί! Και είναι απίθανα ενδιαφέρον να το εξερευνείς όλο αυτό.
Εύχομαι η προσπάθεια αυτή να έχει καλό ταξίδι. Και εύχομαι να προσθέσει μία ακόμα φωνή στη ζωή όλων μας, οδηγώντας την ίσως λίγο ακόμα πιο κοντά προς την Αλήθεια της ύπαρξης.

13.11.06

Μαθαίνοντας να περπατώ



Υπάρχουν πάντα κάποιοι άνθρωποι στη ζωή μας σημαντικοί. Άνθρωποι που μας απογειώνουν και άλλοι που μας δείχνουν το δρόμο προς τη γη. Ό καθένας από αυτούς έχει τον δικό του τρόπο για να επιδράσει μέσα μας. Ο τρόπος αυτός είναι που θα καθορίσει το πώς εμείς τελικά αντιδρούμε στο ερέθισμα που έρχεται να γαργαλίσει τα άκρα μας και να μας ξεβολέψει.

Χαίρομαι να πετώ στα σύννεφα, αλλά λατρεύω κι εκείνους που με τρυφεράδα με κρατούν προσεκτικά απ΄το χέρι και με βοηθούν να μη χάνομαι στο άπειρο του σύμπαντος. Ίσως αυτό να είναι τελικά οι αδελφές-ψυχές. Χαρούμενος όποιος έχει έστω μία να τον συντροφεύει.

10.11.06

'Ωρες σιωπής



Η σιωπή σου μου ταιριάζει. Κάθεσαι μαλακός στον φαρδύ καναπέ. Ήσυχος και τρυφερός. Όπως σε έψαχνα. Πάντα ο ίδιος. Πάντα ο άντρας μου. Εκείνος που ήξερα να αγαπώ. Γεμίζουν οι αφές μου από τα σημεία του κορμιού σου. Θέλω να μιλήσω για σένα, μα ψάχνω τις λέξεις. Όλα στρογγυλά παντού γύρω μου. Κι εγώ να κουμπώνω σφαλιστά μαζί τους, σαν για να φτιάχτηκα να είμαι εδώ.
Μυρίζω την ανάσα σου βαριά από τα απανωτά τσιγάρα και την απλυσιά και τη λατρεύω που ποτέ πριν δεν την είχα γευτεί να χώνεται στο στόμα μου. Κάπου μακριά θα χιονίζει. Πάντα κάπου χιονίζει. Θα 'θελα να χιονίζει κι εδώ. Να πέφτουν απαλές οι νιφάδες και να ησυχάζει η πόλη να μαζεύονται όλοι στα σπίτια τους.
Ήταν για μένα πάντα το σπίτι η φωλιά. Κάπου να λαχταρώ να βρεθώ, να παύω να φοβάμαι. Μαζί σου φτιάχνω απ΄την αρχή ένα καινούριο σπίτι. Γεμάτο με ανθρώπους. Γεμάτο με ώρες. Ώρες. Ώρες που κυλούν γλιστερές στα ξύλινα πατώματα, ώρες που ενώνονται βαριά και μεθυσμένα τα κορμιά μας, ώρες διακοσμημένες με παιδικά καλτσάκια κοριτσίστικα. Ώρες ζωής αληθινής.

Φοβάμαι. Ξέρω ότι αυτή είναι η δική μου ευτυχία. Φοβάμαι. Την όποια πιθανή ραγισματιά. Έχει η ευτυχία μία τάση με ραγίζει.

(αποσπάσματα χειρογράφου που διαβάζω΄τον τελευταίο καιρό)

8.11.06

9




Περίμενα από καιρό το καινούριο CD του Damien Rice και της Lisa Hannigan. Και να που ήρθε επιτέλους η ώρα να τους απολαύσω.

9.

9. Τόσο απλά. Γαλήνια. Απόκοσμα σχεδόν, ειδικά αν σκεφτώ την φασαρία της καθημερινότητάς μας. Φωνές ήσυχες, όργανα κυρίως ακουστικά, στίχοι απλοί, άμεσοι. Μουσικές που σε καταδιώκουν. Σταματάς για μιαν ανάσα και ξανακοιτάς. Κάτι μαγικό συμβαίνει μέσα σου, βλέπεις αλλιώς την κάθε σου στιγμή. Γυρίζεις πίσω, στην αρχή σου, εκεί που ΝΑΙ ήσουν ακόμα αθώος, ίδιος μωρό τρυφερό γεμάτο γλυκά όνειρα.

Είναι υπέροχο να έχεις την πολυτέλεια να σου περισσεύει ψυχή ώστε να τη φωτίζεις με τέχνη. Δε μπορείς να είσαι ο ίδιος που ήσουν πριν. Έχω πάντα ορθάνοιχτα τα παράθυρά μου για όποιον θέλει να μπει και να ομορφύνει το σπίτι μου. Μόνο έτσι μπορεί κανείς να ζήσει τη ζωή του και να της δώσει κάποιο νόημα. Η τέχνη είναι σίγουρα ένας τρόπος να εισχωρείς σε υπάρξεις μαλακά και ηδονικά. Έτσι την θέλω και έτσι την χρειάζομαι.

Μπορείτε να απολαύσετε ολόκληρο τον καινούριο δίσκο εδώ:
http://www.warnerbrosrecords.com/damienrice/

7.11.06

"On Beauty" - Zadie Smith



Φυσικά, θα πρέπει να είμαι ειλικρινής. Και, για να είμαι ειλικρινής, θα πρέπει να πω ότι εκείνο που με τράβηξε στη Zadie Smith είναι η ομορφιά της. Το δέρμα της έχει εκείνο το μαλακό τόνο μαύρου που έχουν οι μιγάδες. Τα μάτια της είναι μεγάλα, βαθιά, μελαγχολικά. Φοράει συχνά τουρμπάνια σε χρώματα διάφορα, να ταιριάζουν με τα υπόλοιπα ρούχα της. Είναι λάθος να ψάχνεις τις λέξεις ενός συγγραφέα επειδή σε μάγεψε η ομορφιά του;
Έψαξα και βρήκα: η Zadie Smith ξέρει να γράφει. Ξέρει να γράφει μεγάλα, πολυπρόσωπα, πολυδιάστατα, πολυθεματικά μυθιστορήματα. Ξέρει να λέει ιστορίες. Μα πάνω απ΄όλα ξέρει να αγαπάει τους ηρωές της, μικρούς και μεγάλους, πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές. Αγαπάει τους ήρωές της, με τον τρόπο που μια μάνα μπορεί να τιμωρεί και να μαλώνει το παιδί της, λατρεύοντάς το.
Η προσπάθειά της δεν είναι να βρει έναν καινούριο τρόπο να πει μια ιστορία. Αν και σπουδαγμένη και πολυδιαβασμένη, δε φανερώνει κάποια εγκεφαλική προσέγγιση της λογοτεχνίας. Η τέχνη της είναι στην ουσία ο πολυποίκιλος ρυθμός της ζωής, το πώς άνθρωποι και καταστάσεις μπλέκονται, το πώς πλησιάζουν ο ένας τον άλλο για να απομακρυνθούν ξανά κι απ΄την αρχή και πάλι.
Οι ηρωές της δεν είναι καθόλου ηρωικοί. Γεμάτοι ελαττώματα και προτερήματα, λένε και ξε-λένε, κάνουν και ξε-κάνουν, υποστηρίζουν το μεν ή και κάνουν το εντελώς αντίθετό του. Είναι χαοτικά, παράλογα ανθρώπινα όντα. Είναι εντελώς αληθινοί και μέσα από τη θερμή και ταυτοχρόνως ρεαλιστική αλήθεια τους γίνονται άνθρωποι δικοί σου, άνθρωποι της δική σου γειτονιάς και καθημερινότητας.
Η Zadie Smith γεννημένη τον Οκτώβριο του 1975 έχει χαρακτηριστεί ως ένα «παιδί θαύμα» της λογοτεχνίας. Διαφωνώ. Είναι βεβαίως καταπληκτικά τα όσα έχει επιτύχει. Έχει εκδόσει 3 μυθιστορήματα, τα οποία έχουν πουλήσει και μεταφραστεί παγκοσμίως, έχει κερδίσει πάμπολλα λογοτεχνικά βραβεία, το 2003 μπήκε στη λίστα των 20 καλύτερων νέων συγγραφέων του περιοδικού Granta κλπ κλπ κλπ. Όλα αυτά είναι σίγουρα εντυπωσιακά. Αλλά η λογοτεχνία, η τέχνη των λέξεων είναι η μητρική γλώσσα της Zadie Smith. Είναι αυτό για το οποίο γεννήθηκε. Είναι αυτό που είναι.
To τελευταίο της μυθιστόρημα ονομάζεται "On Beauty". Πρόκειται για την ιστορία της σύγκρουσης δύο οικογενειών: οι Kipps και οι Belsey. Οι συντηρητικοί, αυστηροί χριστιανοί, ευγενικοί, ήσυχοι, καθαροί από τη μια και οι αναρχικοί, επαναστατικοί, πολυεθνικοί (λευκός μπαμπάς-μαύρη μαμά), θορυβώδης, βρώμικοι από την άλλη. Δύο κόσμοι αντίθετοι που αναγκάζονται να συνυπάρξουν στο ακαδημαϊκό τοπίο του φανταστικού Wellington στην σύγχρονη Αμερική, λόγω του ότι στο πανεπιστήμιο αυτό διδάσκουν οι δύο πατέραδες/διανοούμενοι/αντίπαλοι. Η αντιπαλότητα και μόνο αρκεί για να τους φέρει κοντά. Πέραν αυτού όμως οι σχέσεις (ερωτικές, φιλικές, συμ-φοιτητικές) που αναπτύσσονται μεταξύ των παιδιών, συζύγων, φίλων, πλάθουν έναν πλήρη κοινωνικό ιστό. Ταυτοχρόνως οι ιστορίες των ανθρώπων αυτών εξελίσσονται σε μία πόλη της σύγχρονης Αμερικής, όπου πρέπει να βρεθεί ένας κάποιος τρόπος για να συνυπάρξουν άνθρωποι που τους διαφοροποιούν το χρώμα, το χρήμα, η σεξουαλικότητα, η ηλικία, η μόρφωση, οι ευκαιρίες, η πολιτική, το φύλο, το πάχος/ή μη κλπ.
Τα ζητήματα της Smith είναι πολλά. Αλλά κυρίως το πώς να μπορεί κανείς να υπάρξει, να είναι ο εαυτός του και ταυτοχρόνως μέλος μίας ομάδας, το να έχει ταυτότητα σταθερή και εξελλισσόμενη την ίδια στιγμή. Το θέμα είναι η αγάπη και πώς αυτή ενώνει και χωρίζει, η πολυπλοκότητά της και η ανάγκη όλων γι' αυτή.
Η Smith είναι πολύ παρατηρητική. Απόδειξη οι δευτερεύοντες χαρακτήρες της που μπορεί να εμφανίζονται μόνο για μία σκηνή και να παίχουν έναν ελάχιστο ρόλο, αλλά που τους θυμάσαι και που θα μπορούσες να τους αναγνωρίσεις αν τους έβλεπες στο δρόμο. Οι μικρές λεπτομέρειες που μας κάνουν τόσο ξεχωριστούς.
Πρόκειται για ένα βιβλίο 400 και άνω σελίδων που όμως δεν ήθελα να τελειώσει. Και πρόκειται για τα ένα από εκείνα τα βιβλία που μπαίνουν στην καρδιά σου. Όχι στο μυαλό σου. Στην καρδιά σου. Και είναι αυτό πιο επικίνδυνο, αλλά και πιο μαγευτικό.

3.11.06

καποτε κατι σπουδαιο

Γράφω καθημερινά. Και διαβάζω. Και βρίσκω πάντοτε πράγματα να μου αρέσουν και άλλα να μου φαίνονται εντελώς χαζά. Φυσικά υπάρχουν και οι εποχές της σιωπής, τότε που είσαι συλλέκτης,αναμένοντας την άνοιξη να σε σπρώξει στο απύθμενου της απαιτητικής λευκής σελίδας. Λέω: «Κάποτε θα έχω γράψει κάτι σπουδαίο». Σπουδαίο για ποιον; Κι άραγε θα αρκεί αυτό το σπουδαίο για να είμαι ευτυχισμένη;

2.11.06

ΜΕΛΟΜΑ

Το ΜΕΛΟΜΑ συναντιέται κάθε Τετάρτη. Το ΜΕΛΟΜΑ αγαπάει τα βιβλία, τις συζητήσεις, τους καφέδες, τις ταβέρνες, το σεξ, τα ταξίδια, τις αναζητήσεις, τους τσακωμούς, την αλληλοβοήθεια, την τέχνη, τη ζωή. Το ΜΕΛΟΜΑ είναι ένα μεγάααααααααααααααλο μέρος της καθημερινότητάς μου. Με έσπρωξε στο δρόμο της λογοτεχνίας. Με έπεισε να εκδόσω τα ποιήματά μοθ. Με έπεισε να ερωτευτώ. Με έπεισε να είμαι η Μax. Το αγαπώ. Και το φροντίζω.

mel8matenies ores

Ξεκινώ σήμερα αυτό το blog. Δε ξέρω πού θα με βγάλει. Ούτε ξέρω που θέλω να με βγάλει. Είναι για μένα ένας τρόπος επικοινωνίας ξεχωριστός, μιας και από παιδί ακόμα μπορούσα μόνο μέσω του γραπτού λόγου να μιλήσω για τα όσα θεωρούσα ουσιαστικά.

Γράφω γιατί απλούστατα δε μπορώ να κάνω διαφορετικά. Γράφω γιατί αυτή είναι η μητρική μου γλώσσα. Τα λοιπά εκφραστικά μέσα μου δώθηκαν για να με βοηθάνε να καταφέρνω να ζω την κάθε μέρα χωρίς να χάνω το μυαλό μου, ενώ η γραφή είναι αυτή που χρωματίζει τη στιγμή μου, που της δίνει μία αξία πέραν των τετριμμένων. Ο έρωτας δεν αρκεί. Ούτε ένα παιδί. Το σώμα θέλει κι άλλο κι άλλο κι άλλο. Η μοναχικότητα της γραφής, εκείνη που κάθεσαι και κλωθογυρίζεις γύρω από το λευκό σου χαρτί με την πένα να σου τρυπάει τα χέρια, εκείνη που σου επιτρέπει να είσαι όχι η γκόμενα κάποιου ή η μάνα κάποιου άλλο, αλλά να είσαι μόνη, αντιμέτωπη με το κενό, εκεί, στο τόπο αυτό, κάτι μαγικό γίνεται, κάτι ερεθιστικό και εθιστικό ταυτόχρονα, κάτι που αν το οσμηστείς μακριά του δε μπορείς πια να είσαι πλήρης και μεστή. Η μέθη του να χάνεσαι στις ίδιες σου τις λέξεις, να παλεύεις μαζί τους, να αποτυγχάνεις, να μένει πάντα ανύποτο εκείνο που παλλόταν μέσα σου η μέθη η μέθη η μέθη αυτή η τόσο οργασμική που ξεχνάς το κορμί σου τους πόνους τις χαρές την ταυτότητά σου η μέθη αυτή μου χρειάζεται όσο και το οξυγόνο, το σπέρμα, η το κλάμμα ενός μωρού.

Θυμάμαι ένα ποίημα του Appolinaire που έλεγε για κάποιους τύπους που στέκονταν στην άκρη ενός βράχου και που άρχιζαν μεμιάς να πετούν όταν ο αφηγητής που έσπρωχνε να πέσουν στο κενό. Αυτή η ηδονή είναι για μένα η γραφή.

Θα έγραφα χωρίς να εκδόσω; Το έκανα επί πολλά χρόνια, από μωρό παιδί σχεδόν. Από τότε που με ραβασάκια έλεγα όσα δεν άντεχε ο προφορικός λόγος. Αλλά τώρα πια μεγάλωσα, έγινα γυναίκα. Μαζί μου μεγάλωσαν και οι φιλοδοξίες μου, οι ελπίδες μου. Ή ίσως απλούστατα τα ανακάλυψα επιτέλους το «τί θέλω να γίνω». Και όχι μόνο το ανακάλυψα αλλά δε φοβάμαι να το εκφράσω δημοσίως, να το υποστηρίξω, να το διεκδικήσω. Όσοι με εμποδίζουν, σύντομα βρίσκουν την πόρτα μου κλειστή. Όσοι με ανέχονται είναι άνθρωποι που περιδιαβαίνουν στο σπίτι μου.

Υπάρχουν όμως και κάποιοι που συμμετέχουν ουσιαστικά στην προσπάθεια αυτή. Έχω την τύχη να τους συναντώ κάθε απόγευμα Τετάρτης σε διάφορα καφενεία και εστιατόρια των Αθηνών. Όσο τρεκλίζοντας κι αν ξεκίνησαν οι συνευρέσεις αυτές, τόσο σταθερές έχουν πια γίνει. Τους χρειάζομαι αυτούς τους ανθρώπους. Με κάνουν να κερδίζω χρόνο, να ξεκαθαρίζω ταχύτερα το τοπίο, με στηρίζουν ψυχολογικά και λογοτεχνικά, είναι οι δικοί μου άνθρωποι. Θα τους έλεγα συντρόφους, συνοδοιπόρους, συν-κολυμβητές. Τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, μα με μια κοινή αγάπη, ικανή να γκρεμίσει τα όσα τους χωρίζουν. Ίσως τελικά να είναι αλήθεια εκείνο που λένε ότι μπορείς να δεθείς με όποιον αγαπάει με πάθος, εκείνο που κι εσένα σε συγκλονίζει.

Το ΜΕΛΟΜΑ υπάρχει πια πάνω από δύο χρόνια. Με πορεία αργή μα ανωδική, τόσο σε ομαδικό, όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Με προσπάθειες επιτυχημένες και αποτυχημένες. Με όνειρα. Με ελπίδες. Με αλληλοσεβασμό. Με «χαρά για τη χαρά σου» και «λύπη για τη λύπη σου». Με δύσκολες φάσεις, με μέλη να ζουν μακριά από την ομάδα, με μέλη να αναγκάζονται να ισορροπήσουν ανάμεσα στις διάφορες υποχρεώσεις της καθημερινότητας.

Το ΜΕΛΟΜΑ υπάρχει. Μία ομαδική προσπάθεια σε καιρούς ατομοκεντρικούς. Το ΜΕΛΟΜΑ είναι η Γιτς, ο ΚΑΡ, η ΚΑΤ, η ΜαΤσο, η boggy, ο Σαλουτάκης, η Σόνια, η Μαξ. Το ΜΕΛΟΜΑ είναι «η ιστορία που γράφουν οι παρέες».



Υ.Σ. το ποίημα του Appolinaire( στα αγγλικά):

Come to the edge he said.
They said We are afraid.
Come to the edge he said.
They came.
He pushed them....and they flew.