ποιήσεις
Μαίρη Αλεξοπούλου
24.1.07
22.1.07
Παραμύθι
Κάθε φορά που καλούμαι να διαβάσω επιλογές των ποιημάτων μου, προβληματίζομαι σχετικά με το τί να επιλέξω και τί να αφήσω έξω. Ένα ποίημα που γράφτηκε απνευστί, ξεκινώντας από ένα αστείο, με ακολουθεί πάντα. Ίσως και να με οδηγεί σε επόμενα βήματα, σε επόμενα ποιήματα. Πρόκειται για το "Παραμύθι". Θα το διαβάσω και αύριο το βράδυ στο Ash in Art. Παραθέτω το ποίημα εδώ.
Παραμύθι
Μία φορά κι έναν καιρό
οι ντόπιοι στήσαμε χορό
επάνω στα αλώνια.
Ήρθε ευθύς ο γείτονας
έφερε την κυρά του
'κείνη με τα βαριά βυζιά
που 'ταν γεμάτα αγάπη.
Στραγγίξαμε το γάλα της
κόψαμε το λαιμό της
ρουφήξαμε το αίμα της
μετά τα κόκκαλά της.
Ούτε στιγμή δε γκρίνιαξε
μόνο χαμογελούσε
όσο τραχιά τα δόντια μας
γλείφαν τη νοστιμιά της.
- Εχόρτασα!, ξεφώνισε γουρουνοποδαρούσα.
- Κι εμένα η μπάκα φούσκωσε, κρόασε ο καμπούρης.
- Φέρτε κρασιά! Φέρτε βιολιά! Να ανάψουμε το γλέντι!
Σπάσαμε τα τακούνια μας
στα βήματα του μπάλου
του τσάμικου, της ζεμπεκιάς
μα και του βαλς, καρδιά μου.
Αέρινα τα βήματα
σαν να 'μασταν αγγέλοι
ο αχαμνός ο καραφλός
η βοϊδομάτα σκύλα
ο λιπαρός χοντρομπαλάς
και η βλογιοκομμένη.
Χωνέψαμε τα κρέατα
που λιώναν στα στομάχια
κι όλοι μαζί με μια φωνή
κράξαμε «θέλω κι άλλο!».
Πήγε λοιπόν ο φούρναρης
ο ξακουστός κυρ-Τάκης
κι έφερε την κοράκλα του
να φτιάξουμε στιφάδο.
Κοφίνια καθαρίσαμε
αμέτρητα κρεμμύδια
βρωμίσανε τα χέρια μας
δακρύσαν τα όμματά μας.
- Υπομονή δύο λεπτά
και θα σας τη σερβίρω!
- Νόστιμη που 'ναι η κόρη σου!
- Σαν τα ψωμία σου φρέσκια!
- Μπράβο κυρά Καλλιόπη μας
που χάμωσες τον Τάκη
να βγάλεις τέτοιο θάμα.
Μεσάνυχτα
χαράματα
μεσάνυχτα και πάλι
σαν φάγαμε σιγά-σιγά
ένα-ένα τα κοράσια
διαλέγοντας προσεκτικά
μόνο τα πιο ωραία.
Κι όσο γεμίζαν τ' άντερα
ζαχαρωμένα χείλη
νερατζοφιλημένα αυτιά
και μάγουλα ροδάτα
έφτιαχνε η κοψιά μας
έσταζε η λαλιά μας
ροδόσταμο και μέλι
έστρωνε εμάς η μούρη μας
ξάνθαιναν τα μαλλιά μας
φούσκωναν τα γλουτάκια μας
γέμιζαν τα καυλιά μας.
Αχ, να 'σουνα εκεί
να 'βλεπες τη γιορτή μας
να 'λεγες «στην υγειά σας!»
και «πάντα τέτοια, βρε παιδιά!».
Τώρα που ακούς τα λόγια μου
μη φοβηθείς, μην τρέξεις
και μη βιαστείς τάχα να πεις
πως είμαστε φονιάδες
μην πηλαλάς στο δικαστή
να μας κατηγορήσεις.
Η φάρα μας είναι καλή
εργατική και τίμια
μα όσα και να έχουμε
θέλουμε αυτό που λείπει.
Όλα μας τα δωσε ο Θεός
εκτός από το κάλλος.
Κι αφού το ξέρουμε καλά
απ΄ τους αρχαίους μύθους
γρήγορα πως ο άνθρωπος
γίνεται αυτό που τρώει...
Θέλεις την ωραιότητα;
Φάε καμιάν ωραία.
Θέλεις την αθωότητα;
Φάε καμιάν αθώα.
Θέλεις να γίνεις ποιητής;
Φάε τους ποιητάδες.
Παραμύθι
Μία φορά κι έναν καιρό
οι ντόπιοι στήσαμε χορό
επάνω στα αλώνια.
Ήρθε ευθύς ο γείτονας
έφερε την κυρά του
'κείνη με τα βαριά βυζιά
που 'ταν γεμάτα αγάπη.
Στραγγίξαμε το γάλα της
κόψαμε το λαιμό της
ρουφήξαμε το αίμα της
μετά τα κόκκαλά της.
Ούτε στιγμή δε γκρίνιαξε
μόνο χαμογελούσε
όσο τραχιά τα δόντια μας
γλείφαν τη νοστιμιά της.
- Εχόρτασα!, ξεφώνισε γουρουνοποδαρούσα.
- Κι εμένα η μπάκα φούσκωσε, κρόασε ο καμπούρης.
- Φέρτε κρασιά! Φέρτε βιολιά! Να ανάψουμε το γλέντι!
Σπάσαμε τα τακούνια μας
στα βήματα του μπάλου
του τσάμικου, της ζεμπεκιάς
μα και του βαλς, καρδιά μου.
Αέρινα τα βήματα
σαν να 'μασταν αγγέλοι
ο αχαμνός ο καραφλός
η βοϊδομάτα σκύλα
ο λιπαρός χοντρομπαλάς
και η βλογιοκομμένη.
Χωνέψαμε τα κρέατα
που λιώναν στα στομάχια
κι όλοι μαζί με μια φωνή
κράξαμε «θέλω κι άλλο!».
Πήγε λοιπόν ο φούρναρης
ο ξακουστός κυρ-Τάκης
κι έφερε την κοράκλα του
να φτιάξουμε στιφάδο.
Κοφίνια καθαρίσαμε
αμέτρητα κρεμμύδια
βρωμίσανε τα χέρια μας
δακρύσαν τα όμματά μας.
- Υπομονή δύο λεπτά
και θα σας τη σερβίρω!
- Νόστιμη που 'ναι η κόρη σου!
- Σαν τα ψωμία σου φρέσκια!
- Μπράβο κυρά Καλλιόπη μας
που χάμωσες τον Τάκη
να βγάλεις τέτοιο θάμα.
Μεσάνυχτα
χαράματα
μεσάνυχτα και πάλι
σαν φάγαμε σιγά-σιγά
ένα-ένα τα κοράσια
διαλέγοντας προσεκτικά
μόνο τα πιο ωραία.
Κι όσο γεμίζαν τ' άντερα
ζαχαρωμένα χείλη
νερατζοφιλημένα αυτιά
και μάγουλα ροδάτα
έφτιαχνε η κοψιά μας
έσταζε η λαλιά μας
ροδόσταμο και μέλι
έστρωνε εμάς η μούρη μας
ξάνθαιναν τα μαλλιά μας
φούσκωναν τα γλουτάκια μας
γέμιζαν τα καυλιά μας.
Αχ, να 'σουνα εκεί
να 'βλεπες τη γιορτή μας
να 'λεγες «στην υγειά σας!»
και «πάντα τέτοια, βρε παιδιά!».
Τώρα που ακούς τα λόγια μου
μη φοβηθείς, μην τρέξεις
και μη βιαστείς τάχα να πεις
πως είμαστε φονιάδες
μην πηλαλάς στο δικαστή
να μας κατηγορήσεις.
Η φάρα μας είναι καλή
εργατική και τίμια
μα όσα και να έχουμε
θέλουμε αυτό που λείπει.
Όλα μας τα δωσε ο Θεός
εκτός από το κάλλος.
Κι αφού το ξέρουμε καλά
απ΄ τους αρχαίους μύθους
γρήγορα πως ο άνθρωπος
γίνεται αυτό που τρώει...
Θέλεις την ωραιότητα;
Φάε καμιάν ωραία.
Θέλεις την αθωότητα;
Φάε καμιάν αθώα.
Θέλεις να γίνεις ποιητής;
Φάε τους ποιητάδες.
13.1.07
Θέλεις να κάνουμε σέξυ?
Την πρώτη φορά που ένα νεαρό πλάσμα θα σε ρωτήσει περί σεξ, σίγουρα θα νιώσεις ότι δεν είσαι έτοιμος να απαντήσεις σε ερωτήσεις. πιθανότατα να σκεφτείς και ότι αυτό το νεαρό πλάσμα είναι πολύ νεαρό για να αναρωτιέται για τέτοια πράγματα.
Εμένα πάντως έτσι μου συνέβη. Όσο κι αν θέλω να με θεωρώ απελευθερωμένη και άνετη και -προπαντός- σωστή παιδαγωγό, εδώ αισθάνθηκα την ανάγκη να κάνω ταχύτατα βήματα πίσω και να πω :«ρώτα τον μπαμπά σου καλύτερα».
Θυμήθηκα και μία ιστορία. Προσωπική. για τότε που τρέξαμε βιαστικά προς την ξύλινη αποθήκη πίσω από τη κατάφυτη μουριά. Σμήνη χελιδόνια πετάρισαν μακριά μέσα από τα πυκνά φυλλώματα, τρομαγμένα από το ποδοβολητό μας. Το μεγάλο βιβλίο με το σκληρό, πράσινο εξώφυλλο ήταν χωμένο κάτω από τη μάλλινη, ροζέ ζακέτα της Χριστίνας. Λαχανιασμένες, στριμωχτήκαμε ανάμεσα στα σκονισμένα δρεπάνια και κλαδευτήρια του παππού.
-Βγάλε να δούμε.
Η Χριστίνα άνοιξε διάπλατα το βιβλίο πάνω σ' ένα καφάσι αραχνιασμένο και ολομεμιάς μπλέξαν τα δάχτυλά της με της Σταυρούλας, καθώς ψαχούλευαν κι οι δυο μαζί να βρουν τη σελίδα. Εγώ στο πλάι, μουδιασμένη.
-Γρήγορα.
Τη βρήκαν και στάθηκαν κι εκείνες ακίνητες, βουβές για μία στιγμή, πριν αρχίσει η Χριστίνα να μας διαβάζει. Στην τάξη της είχαν μάθει όλα τα γράμματα. Αργά, έσερνε το δείκτη της κάτω από κάθε λέξη. Όταν τελείωσε την ανάγνωση, μας κοίταξε διερευνητικά.
-Λέει ψέματα το βιβλίο σου, διαμαρτυρήθηκε η Σταυρούλα.
-Δε λέει.
Στην άρνηση αυτή άρπαξε γεμάτη ορμή το βιβλίο από τα χέρια της Χριστίνας και προσπάθησε να βγάλει άκρη απ΄τις εικόνες. Μετά από λίγο το παράτησε και γύρισε προς τα εμένα. Ήξερα τί σήμαινε αυτό. Εγώ θα αποφάσιζα αν όλα αυτά ήταν αλήθεια. Προσπαθούσα να σκεφτώ γρήγορα.
Ό,τι κι αν έλεγα, μία από τις δύο θα θύμωνε. Προσπαθούσα να σκεφτώ χωρίς να υπολογίζω τα μάτια που περίμεναν μιαν απάντηση. Αν είχε δίκιο η Χριστίνα, έτσι θα έγινε και μ' εμένα. Και με όλα τα παιδιά του κόσμου. Δηλαδή ο παππούς είχε κάνει αυτό στη γιαγιά και ο κυρ-Πέτρος στην κυρά-Βάσω και ο Βαγγέλης στην Ελπινίκη και ο Σωτήρης στη Φωφώ; Αποκλείεται. Αποκλείεται. Και ο μπαμπάς στη μαμά; Αποκλείεται. Τρελάθηκαν όλοι;
-Πες Άννα!, απαίτησε η Σταυρούλα.
-Ναι, πες, ζήτησε και η Χριστίνα, παίζοντας τα δάχτυλά της πάνω στο βιβλίο.
Τους είπα δειλά πως «σκέφτομαι» και μ' έσπρωξαν κι οι δυο ελαφριά, παρακινώντας με να διαλέξω μεριά. Η Χριστίνα αγκάλιασε το βιβλίο, τεντώνοντας με σιγουριά το κορμί της. H Σταυρούλα με τα χέρια στη λεπτή της μέση και με στόμα ζαρωμένο ανυπομονούσε.
-Ας σηκώσουμε τις φούστες μας και ας δούμε, πρότεινα.
Η Χριστίνα γέλασε κοροϊδευτικά στην ιδέα μου, μα σοβαρεύτηκε αμέσως όταν είδε πως η Σταυρούλα ετοιμαζόταν ήδη.
-Αν χωράει μωρό εκεί κάτω, τότε λες αλήθεια, είπα και άρχισα να βγάζω το γαλάζιο μου καλτσόν με τα κίτρινα λουλουδάκια.
Εμένα πάντως έτσι μου συνέβη. Όσο κι αν θέλω να με θεωρώ απελευθερωμένη και άνετη και -προπαντός- σωστή παιδαγωγό, εδώ αισθάνθηκα την ανάγκη να κάνω ταχύτατα βήματα πίσω και να πω :«ρώτα τον μπαμπά σου καλύτερα».
Θυμήθηκα και μία ιστορία. Προσωπική. για τότε που τρέξαμε βιαστικά προς την ξύλινη αποθήκη πίσω από τη κατάφυτη μουριά. Σμήνη χελιδόνια πετάρισαν μακριά μέσα από τα πυκνά φυλλώματα, τρομαγμένα από το ποδοβολητό μας. Το μεγάλο βιβλίο με το σκληρό, πράσινο εξώφυλλο ήταν χωμένο κάτω από τη μάλλινη, ροζέ ζακέτα της Χριστίνας. Λαχανιασμένες, στριμωχτήκαμε ανάμεσα στα σκονισμένα δρεπάνια και κλαδευτήρια του παππού.
-Βγάλε να δούμε.
Η Χριστίνα άνοιξε διάπλατα το βιβλίο πάνω σ' ένα καφάσι αραχνιασμένο και ολομεμιάς μπλέξαν τα δάχτυλά της με της Σταυρούλας, καθώς ψαχούλευαν κι οι δυο μαζί να βρουν τη σελίδα. Εγώ στο πλάι, μουδιασμένη.
-Γρήγορα.
Τη βρήκαν και στάθηκαν κι εκείνες ακίνητες, βουβές για μία στιγμή, πριν αρχίσει η Χριστίνα να μας διαβάζει. Στην τάξη της είχαν μάθει όλα τα γράμματα. Αργά, έσερνε το δείκτη της κάτω από κάθε λέξη. Όταν τελείωσε την ανάγνωση, μας κοίταξε διερευνητικά.
-Λέει ψέματα το βιβλίο σου, διαμαρτυρήθηκε η Σταυρούλα.
-Δε λέει.
Στην άρνηση αυτή άρπαξε γεμάτη ορμή το βιβλίο από τα χέρια της Χριστίνας και προσπάθησε να βγάλει άκρη απ΄τις εικόνες. Μετά από λίγο το παράτησε και γύρισε προς τα εμένα. Ήξερα τί σήμαινε αυτό. Εγώ θα αποφάσιζα αν όλα αυτά ήταν αλήθεια. Προσπαθούσα να σκεφτώ γρήγορα.
Ό,τι κι αν έλεγα, μία από τις δύο θα θύμωνε. Προσπαθούσα να σκεφτώ χωρίς να υπολογίζω τα μάτια που περίμεναν μιαν απάντηση. Αν είχε δίκιο η Χριστίνα, έτσι θα έγινε και μ' εμένα. Και με όλα τα παιδιά του κόσμου. Δηλαδή ο παππούς είχε κάνει αυτό στη γιαγιά και ο κυρ-Πέτρος στην κυρά-Βάσω και ο Βαγγέλης στην Ελπινίκη και ο Σωτήρης στη Φωφώ; Αποκλείεται. Αποκλείεται. Και ο μπαμπάς στη μαμά; Αποκλείεται. Τρελάθηκαν όλοι;
-Πες Άννα!, απαίτησε η Σταυρούλα.
-Ναι, πες, ζήτησε και η Χριστίνα, παίζοντας τα δάχτυλά της πάνω στο βιβλίο.
Τους είπα δειλά πως «σκέφτομαι» και μ' έσπρωξαν κι οι δυο ελαφριά, παρακινώντας με να διαλέξω μεριά. Η Χριστίνα αγκάλιασε το βιβλίο, τεντώνοντας με σιγουριά το κορμί της. H Σταυρούλα με τα χέρια στη λεπτή της μέση και με στόμα ζαρωμένο ανυπομονούσε.
-Ας σηκώσουμε τις φούστες μας και ας δούμε, πρότεινα.
Η Χριστίνα γέλασε κοροϊδευτικά στην ιδέα μου, μα σοβαρεύτηκε αμέσως όταν είδε πως η Σταυρούλα ετοιμαζόταν ήδη.
-Αν χωράει μωρό εκεί κάτω, τότε λες αλήθεια, είπα και άρχισα να βγάζω το γαλάζιο μου καλτσόν με τα κίτρινα λουλουδάκια.
8.1.07
νόμος πιθανοτήτων
Μου θύμισε μία φίλη τα «Τέσσερα κουαρτέτα» του Τ.Σ. Έλιοτ και το απόσπασμα:
What might have been is an abstraction
Remaining a perpetual possibility
Only in a world of speculation.
[…]
Other echoes
Inhabit the garden. Shall we follow?
Quick, said the bird, find them, find them,
Round the corner.
Κάθε απόφαση που παίρνω με οδηγεί κάπου, όπου πιθανότατα δε θα βρισκόμουν αν είχα επιλέξει κάποιον άλλο δρόμο. Πάντα ζουζουνίζει μες στο νου μου η αμφιβολία της ορθότητας του τόπου κατοικίας μου. Ίσως να αποδειχθεί τελικά ότι αυτή θα είναι η δυστυχία της ζωής μου, αλλά και η ευτυχία της μαζί• ίσως.
Οι άλλοι ήχοι που κατοικούν στον κήπο μου μοιάζουν πάντα ελκυστικοί, ακριβώς επειδή είναι «άλλοι» και άγνωστοι και άρα μπορώ εγώ να τους πλάθω με τα υλικά της φαντασίας μου και να πείθω τον εαυτό μου ότι αν τους ακολουθούσε θα ήταν λίγο πιο ήσυχος, πιο κατασταλαγμένος.
Μα με το που ησυχάζω, κάτι πάντα ξαναξυπνάει μέσα μου και μου φωνάζει να κινηθώ, να προχωρήσω, να μη μείνω στιγμή σιωπηλή και ακίνητη. Η ακινησία είναι ίσως η πιο μεγάλη δοκιμασία. Και η υπέρβαση της ίσως η πιο μεγάλη δύναμη.
Ό,τι κρύβεται πίσω από τη γωνία επίσης οδηγεί κάπου. Καλύτερα ή χειρότερα άγνωστο σ' εμάς. Εμείς είμαστε οι χαρακτήρες που ζουν μέσα στο μυθιστόρημα. Είτε το βιβλίο έχει κιόλας γραφεί, είτε γράφεται καθώς το ζούμε, εμείς λίγα μπορούμε τελικά να ελέγξουμε από τα όσα μας συμβαίνουν. Ίσως γι'αυτό να χρειάζομαι τον Θεό. Και, σίγουρα, γι'αυτό χρειάζομαι την Τέχνη.
Η ΦΑΣΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΑΤΟΣ
το καύκαλό μου.
Η φασαρία του μνήματος.
Μασουλίζει το παρόν μου.
Ένας σφάχτης ζωηρός
τσιγκλάει να χωράω εδώ μέσα.
Πλάι αχνίζουν οι νεκροί.
Ζέχνουν οι φταίχτες οι σφαγείς
εκτελεστές βογκούνε.
Κάποιος βαδίζει έξ' από δω.
Κάποιος μ' αναζητάει.
Μαίνεται ο τόπος,
φρίττει.
Σσσσς...
Κρύψου! Πιο βαθιά!
Κράτα! Πιο σφιχτά
την ανάσα.
Μέτρα ως το δώδεκα και
όλα θα περάσουν.
What might have been is an abstraction
Remaining a perpetual possibility
Only in a world of speculation.
[…]
Other echoes
Inhabit the garden. Shall we follow?
Quick, said the bird, find them, find them,
Round the corner.
Κάθε απόφαση που παίρνω με οδηγεί κάπου, όπου πιθανότατα δε θα βρισκόμουν αν είχα επιλέξει κάποιον άλλο δρόμο. Πάντα ζουζουνίζει μες στο νου μου η αμφιβολία της ορθότητας του τόπου κατοικίας μου. Ίσως να αποδειχθεί τελικά ότι αυτή θα είναι η δυστυχία της ζωής μου, αλλά και η ευτυχία της μαζί• ίσως.
Οι άλλοι ήχοι που κατοικούν στον κήπο μου μοιάζουν πάντα ελκυστικοί, ακριβώς επειδή είναι «άλλοι» και άγνωστοι και άρα μπορώ εγώ να τους πλάθω με τα υλικά της φαντασίας μου και να πείθω τον εαυτό μου ότι αν τους ακολουθούσε θα ήταν λίγο πιο ήσυχος, πιο κατασταλαγμένος.
Μα με το που ησυχάζω, κάτι πάντα ξαναξυπνάει μέσα μου και μου φωνάζει να κινηθώ, να προχωρήσω, να μη μείνω στιγμή σιωπηλή και ακίνητη. Η ακινησία είναι ίσως η πιο μεγάλη δοκιμασία. Και η υπέρβαση της ίσως η πιο μεγάλη δύναμη.
Ό,τι κρύβεται πίσω από τη γωνία επίσης οδηγεί κάπου. Καλύτερα ή χειρότερα άγνωστο σ' εμάς. Εμείς είμαστε οι χαρακτήρες που ζουν μέσα στο μυθιστόρημα. Είτε το βιβλίο έχει κιόλας γραφεί, είτε γράφεται καθώς το ζούμε, εμείς λίγα μπορούμε τελικά να ελέγξουμε από τα όσα μας συμβαίνουν. Ίσως γι'αυτό να χρειάζομαι τον Θεό. Και, σίγουρα, γι'αυτό χρειάζομαι την Τέχνη.
Η ΦΑΣΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΑΤΟΣ
το καύκαλό μου.
Η φασαρία του μνήματος.
Μασουλίζει το παρόν μου.
Ένας σφάχτης ζωηρός
τσιγκλάει να χωράω εδώ μέσα.
Πλάι αχνίζουν οι νεκροί.
Ζέχνουν οι φταίχτες οι σφαγείς
εκτελεστές βογκούνε.
Κάποιος βαδίζει έξ' από δω.
Κάποιος μ' αναζητάει.
Μαίνεται ο τόπος,
φρίττει.
Σσσσς...
Κρύψου! Πιο βαθιά!
Κράτα! Πιο σφιχτά
την ανάσα.
Μέτρα ως το δώδεκα και
όλα θα περάσουν.

