mel8matenies ores
Ξεκινώ σήμερα αυτό το blog. Δε ξέρω πού θα με βγάλει. Ούτε ξέρω που θέλω να με βγάλει. Είναι για μένα ένας τρόπος επικοινωνίας ξεχωριστός, μιας και από παιδί ακόμα μπορούσα μόνο μέσω του γραπτού λόγου να μιλήσω για τα όσα θεωρούσα ουσιαστικά.
Γράφω γιατί απλούστατα δε μπορώ να κάνω διαφορετικά. Γράφω γιατί αυτή είναι η μητρική μου γλώσσα. Τα λοιπά εκφραστικά μέσα μου δώθηκαν για να με βοηθάνε να καταφέρνω να ζω την κάθε μέρα χωρίς να χάνω το μυαλό μου, ενώ η γραφή είναι αυτή που χρωματίζει τη στιγμή μου, που της δίνει μία αξία πέραν των τετριμμένων. Ο έρωτας δεν αρκεί. Ούτε ένα παιδί. Το σώμα θέλει κι άλλο κι άλλο κι άλλο. Η μοναχικότητα της γραφής, εκείνη που κάθεσαι και κλωθογυρίζεις γύρω από το λευκό σου χαρτί με την πένα να σου τρυπάει τα χέρια, εκείνη που σου επιτρέπει να είσαι όχι η γκόμενα κάποιου ή η μάνα κάποιου άλλο, αλλά να είσαι μόνη, αντιμέτωπη με το κενό, εκεί, στο τόπο αυτό, κάτι μαγικό γίνεται, κάτι ερεθιστικό και εθιστικό ταυτόχρονα, κάτι που αν το οσμηστείς μακριά του δε μπορείς πια να είσαι πλήρης και μεστή. Η μέθη του να χάνεσαι στις ίδιες σου τις λέξεις, να παλεύεις μαζί τους, να αποτυγχάνεις, να μένει πάντα ανύποτο εκείνο που παλλόταν μέσα σου η μέθη η μέθη η μέθη αυτή η τόσο οργασμική που ξεχνάς το κορμί σου τους πόνους τις χαρές την ταυτότητά σου η μέθη αυτή μου χρειάζεται όσο και το οξυγόνο, το σπέρμα, η το κλάμμα ενός μωρού.
Θυμάμαι ένα ποίημα του Appolinaire που έλεγε για κάποιους τύπους που στέκονταν στην άκρη ενός βράχου και που άρχιζαν μεμιάς να πετούν όταν ο αφηγητής που έσπρωχνε να πέσουν στο κενό. Αυτή η ηδονή είναι για μένα η γραφή.
Θα έγραφα χωρίς να εκδόσω; Το έκανα επί πολλά χρόνια, από μωρό παιδί σχεδόν. Από τότε που με ραβασάκια έλεγα όσα δεν άντεχε ο προφορικός λόγος. Αλλά τώρα πια μεγάλωσα, έγινα γυναίκα. Μαζί μου μεγάλωσαν και οι φιλοδοξίες μου, οι ελπίδες μου. Ή ίσως απλούστατα τα ανακάλυψα επιτέλους το «τί θέλω να γίνω». Και όχι μόνο το ανακάλυψα αλλά δε φοβάμαι να το εκφράσω δημοσίως, να το υποστηρίξω, να το διεκδικήσω. Όσοι με εμποδίζουν, σύντομα βρίσκουν την πόρτα μου κλειστή. Όσοι με ανέχονται είναι άνθρωποι που περιδιαβαίνουν στο σπίτι μου.
Υπάρχουν όμως και κάποιοι που συμμετέχουν ουσιαστικά στην προσπάθεια αυτή. Έχω την τύχη να τους συναντώ κάθε απόγευμα Τετάρτης σε διάφορα καφενεία και εστιατόρια των Αθηνών. Όσο τρεκλίζοντας κι αν ξεκίνησαν οι συνευρέσεις αυτές, τόσο σταθερές έχουν πια γίνει. Τους χρειάζομαι αυτούς τους ανθρώπους. Με κάνουν να κερδίζω χρόνο, να ξεκαθαρίζω ταχύτερα το τοπίο, με στηρίζουν ψυχολογικά και λογοτεχνικά, είναι οι δικοί μου άνθρωποι. Θα τους έλεγα συντρόφους, συνοδοιπόρους, συν-κολυμβητές. Τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, μα με μια κοινή αγάπη, ικανή να γκρεμίσει τα όσα τους χωρίζουν. Ίσως τελικά να είναι αλήθεια εκείνο που λένε ότι μπορείς να δεθείς με όποιον αγαπάει με πάθος, εκείνο που κι εσένα σε συγκλονίζει.
Το ΜΕΛΟΜΑ υπάρχει πια πάνω από δύο χρόνια. Με πορεία αργή μα ανωδική, τόσο σε ομαδικό, όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Με προσπάθειες επιτυχημένες και αποτυχημένες. Με όνειρα. Με ελπίδες. Με αλληλοσεβασμό. Με «χαρά για τη χαρά σου» και «λύπη για τη λύπη σου». Με δύσκολες φάσεις, με μέλη να ζουν μακριά από την ομάδα, με μέλη να αναγκάζονται να ισορροπήσουν ανάμεσα στις διάφορες υποχρεώσεις της καθημερινότητας.
Το ΜΕΛΟΜΑ υπάρχει. Μία ομαδική προσπάθεια σε καιρούς ατομοκεντρικούς. Το ΜΕΛΟΜΑ είναι η Γιτς, ο ΚΑΡ, η ΚΑΤ, η ΜαΤσο, η boggy, ο Σαλουτάκης, η Σόνια, η Μαξ. Το ΜΕΛΟΜΑ είναι «η ιστορία που γράφουν οι παρέες».
Υ.Σ. το ποίημα του Appolinaire( στα αγγλικά):
Come to the edge he said.
They said We are afraid.
Come to the edge he said.
They came.
He pushed them....and they flew.
Γράφω γιατί απλούστατα δε μπορώ να κάνω διαφορετικά. Γράφω γιατί αυτή είναι η μητρική μου γλώσσα. Τα λοιπά εκφραστικά μέσα μου δώθηκαν για να με βοηθάνε να καταφέρνω να ζω την κάθε μέρα χωρίς να χάνω το μυαλό μου, ενώ η γραφή είναι αυτή που χρωματίζει τη στιγμή μου, που της δίνει μία αξία πέραν των τετριμμένων. Ο έρωτας δεν αρκεί. Ούτε ένα παιδί. Το σώμα θέλει κι άλλο κι άλλο κι άλλο. Η μοναχικότητα της γραφής, εκείνη που κάθεσαι και κλωθογυρίζεις γύρω από το λευκό σου χαρτί με την πένα να σου τρυπάει τα χέρια, εκείνη που σου επιτρέπει να είσαι όχι η γκόμενα κάποιου ή η μάνα κάποιου άλλο, αλλά να είσαι μόνη, αντιμέτωπη με το κενό, εκεί, στο τόπο αυτό, κάτι μαγικό γίνεται, κάτι ερεθιστικό και εθιστικό ταυτόχρονα, κάτι που αν το οσμηστείς μακριά του δε μπορείς πια να είσαι πλήρης και μεστή. Η μέθη του να χάνεσαι στις ίδιες σου τις λέξεις, να παλεύεις μαζί τους, να αποτυγχάνεις, να μένει πάντα ανύποτο εκείνο που παλλόταν μέσα σου η μέθη η μέθη η μέθη αυτή η τόσο οργασμική που ξεχνάς το κορμί σου τους πόνους τις χαρές την ταυτότητά σου η μέθη αυτή μου χρειάζεται όσο και το οξυγόνο, το σπέρμα, η το κλάμμα ενός μωρού.
Θυμάμαι ένα ποίημα του Appolinaire που έλεγε για κάποιους τύπους που στέκονταν στην άκρη ενός βράχου και που άρχιζαν μεμιάς να πετούν όταν ο αφηγητής που έσπρωχνε να πέσουν στο κενό. Αυτή η ηδονή είναι για μένα η γραφή.
Θα έγραφα χωρίς να εκδόσω; Το έκανα επί πολλά χρόνια, από μωρό παιδί σχεδόν. Από τότε που με ραβασάκια έλεγα όσα δεν άντεχε ο προφορικός λόγος. Αλλά τώρα πια μεγάλωσα, έγινα γυναίκα. Μαζί μου μεγάλωσαν και οι φιλοδοξίες μου, οι ελπίδες μου. Ή ίσως απλούστατα τα ανακάλυψα επιτέλους το «τί θέλω να γίνω». Και όχι μόνο το ανακάλυψα αλλά δε φοβάμαι να το εκφράσω δημοσίως, να το υποστηρίξω, να το διεκδικήσω. Όσοι με εμποδίζουν, σύντομα βρίσκουν την πόρτα μου κλειστή. Όσοι με ανέχονται είναι άνθρωποι που περιδιαβαίνουν στο σπίτι μου.
Υπάρχουν όμως και κάποιοι που συμμετέχουν ουσιαστικά στην προσπάθεια αυτή. Έχω την τύχη να τους συναντώ κάθε απόγευμα Τετάρτης σε διάφορα καφενεία και εστιατόρια των Αθηνών. Όσο τρεκλίζοντας κι αν ξεκίνησαν οι συνευρέσεις αυτές, τόσο σταθερές έχουν πια γίνει. Τους χρειάζομαι αυτούς τους ανθρώπους. Με κάνουν να κερδίζω χρόνο, να ξεκαθαρίζω ταχύτερα το τοπίο, με στηρίζουν ψυχολογικά και λογοτεχνικά, είναι οι δικοί μου άνθρωποι. Θα τους έλεγα συντρόφους, συνοδοιπόρους, συν-κολυμβητές. Τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, μα με μια κοινή αγάπη, ικανή να γκρεμίσει τα όσα τους χωρίζουν. Ίσως τελικά να είναι αλήθεια εκείνο που λένε ότι μπορείς να δεθείς με όποιον αγαπάει με πάθος, εκείνο που κι εσένα σε συγκλονίζει.
Το ΜΕΛΟΜΑ υπάρχει πια πάνω από δύο χρόνια. Με πορεία αργή μα ανωδική, τόσο σε ομαδικό, όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Με προσπάθειες επιτυχημένες και αποτυχημένες. Με όνειρα. Με ελπίδες. Με αλληλοσεβασμό. Με «χαρά για τη χαρά σου» και «λύπη για τη λύπη σου». Με δύσκολες φάσεις, με μέλη να ζουν μακριά από την ομάδα, με μέλη να αναγκάζονται να ισορροπήσουν ανάμεσα στις διάφορες υποχρεώσεις της καθημερινότητας.
Το ΜΕΛΟΜΑ υπάρχει. Μία ομαδική προσπάθεια σε καιρούς ατομοκεντρικούς. Το ΜΕΛΟΜΑ είναι η Γιτς, ο ΚΑΡ, η ΚΑΤ, η ΜαΤσο, η boggy, ο Σαλουτάκης, η Σόνια, η Μαξ. Το ΜΕΛΟΜΑ είναι «η ιστορία που γράφουν οι παρέες».
Υ.Σ. το ποίημα του Appolinaire( στα αγγλικά):
Come to the edge he said.
They said We are afraid.
Come to the edge he said.
They came.
He pushed them....and they flew.


1 σχόλια:
καλημέρα, εύχομαι καλη αρχή, δημιουργική και πολύχρωμη διάθεση...
το blog σου με πολλές επισκέψεις....
Salut
Δημοσίευση σχολίου
Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]
<< Αρχική σελίδα